Η ΓΥΝΗ ΕΝ ΤΗ ΨΑΛΜΩΔΙΑ

ΥΠΟ

Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

ΑΘΗΝΑΙ 1926

ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ "ΖΩΗ"

 

Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής κ. Παναγιώτης Τρεμπέλας, εἴχε ἀσχοληθεῖ τὸ 1926 μὲ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας στὸ θέμα τῆς συμμετοχῆς τῆς γυναικὸς στὴν ψαλμωδία, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνασχόλησής του ἦταν ἡ ἐργασία του «Ἡ γυνὴ ἐν τῇ ψαλμῳδίᾳ».

 

Μερικὰ σημεῖα τῆς ἐργασίας του εἶναι τὰ παρακάτω:

«Παρὰ ταῦτα, καίτοι ἀνεγνωρίσθη εἰς τὴν γυναῖκα ἐξ ἀρχῆς τὸ δικαίωμα νὰ συμμετέχῃ μετὰ τοῦ λοιποῦ πληρώματος ἐν τῇ ὑπηχήσει καὶ τῷ ὑποψάλματι, ἐν τούτοις οὐδέποτε ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἐκκλησίᾳ παρουσιάζεται περίπτωσις γυναικὸς ψαλτῳδοῦ, μόνης ἢ μετ' ἄλλων ὁμοφύλων ᾀδούσης ἐν τῇ ἐπισήμῳ λατρείᾳ.

[...]

Ἐξ ἄλλου ἔχομεν καὶ περίπτωσιν οὐ μόνον ἐμφανέστερον τὴν ἀρχαίαν πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας δεικνύουσαν, ἀλλὰ καὶ ῥητῶς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ φρόνημα αὐτῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκδηλοῦσαν. Ὅτε δηλαδὴ Παῦλος ὁ Σαμοσατεὺς (260μ.Χ.) κατεκρίθη ὑπὸ τῆς συνόδου τῶν Ἐπισκόπων, ἥτις συνῆλθεν, ἵνα κρίνῃ ἐπὶ τῶν κακοδοξιῶν αὐτοῦ, εἰς τὴν Σύνοδον ἐκείνην δὲν παρῆλθεν ἀπαρατήρητον, καὶ τὸ ὅτι ὁ Σαμοσατεὺς συνέστησε χορὸν ἐκ γυναικῶν, ἵνα ψάλλῃ ἐν τῷ ναῷ κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα. Καὶ εἶνε ἀξιοσημείωτοι αἱ φράσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Σύνοδος ἐχαρακτήρισε τὸ τόλμημα τοῦτο τοῦ Σαμοσατέως. Αἱ φράσεις αὗται ἐμπεριεχόμεναι εἰς τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἡ σύνοδος ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Διονύσιον Ρώμης καὶ Μάξιμον τὸν Ἀλεξανδρείας, ἔχουσιν ὡς ἐξῆς: "Ψαλμοὺς δὲ τοὺς μὲν εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν παύσας ὡς δὴ νεωτέρους καὶ νεωτέρων ἀνδρῶν συγγράμματα, εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐν μέσῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ τῇ μεγάλῃ τοῦ Πάσχα ἡμέρᾳ ψαλμωδεῖν γυναῖκας παρασκευάζων, ὧν καὶ ἀκούσας ἂν τις φρίξειεν".

Ἀλλὰ καὶ εἰς χρόνους μεταγενεστέρους πως, τοιούτους χοροὺς γυναικῶν καὶ ὡς φαίνεται ἀσκητριῶν, αἵτινες ἔψαλλον ἐν πόλει, ἔχων ὑπ' ὄψει καὶ ὁ Πηλουσιώτης Ἰσίδωρος γράφει ὡς ἐξῆς πρὸς Ἰσίδωρον τὸν Ἐπίσκοπον· "Τὰς ἐν ἐκκλησίαις φλυαρίας καταπαῦσαι βουλόμενοι οἱ τοῦ Κυρίου ἀπόστολοι καὶ τῆς ἡμῶν παιδευταὶ καταστάσεως ψάλλειν ἐν αὐταῖς τὰς γυναῖκας συνετῶς συνεχώρησαν. Ἀλλ' ὡς πάντα εἰς τοὐναντίον ἐτράπη τὰ θεοφόρα διδάγματα, καὶ τοῦτο εἰς ἔκλυσιν καὶ ἁμαρτίας ὑπόθεσιν τοῖς πλείοσι γέγονε. Καὶ κατάνυξιν μὲν ἐκ τῶν θείων ὕμνων οὐχ ὑπομένουσι· τῇ δὲ τοῦ μέλους ἡδύτητι εἰς ἐρεθισμὸν παθημάτων χρώμενοι, οὐδὲν αὐτὴν ἔχειν πλέον τῶν ἐπὶ σκηνῆς ᾀσμάτων λογίζονται. Χρὴ τοίνυν, εἰ μέλλοιμεν τὸ τῷ Θεῷ ἀρέσκον ζητεῖν καὶ τὸ κοινῇ συμφέρον ποιεῖν, παύειν ταύτας καὶ τῆς ἐν Ἐκκλησίᾳ ᾠδῆς καὶ τῆς ἐν τῇ πόλει μονῆς ὡς Χριστοκαπήλους καὶ τὸ θεῖον χάρισμα μισθὸν ἀπωλείας ἐργαζομένας".

Ἔχει ὑπ' ὄψει του ὁ Πηλουσιώτης προφανῶς τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ἡ ἐκκλησία παρεχώρησεν εἰς τὰς γυναῖκας νὰ συμψάλλωσι μετὰ τοῦ λοιποῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος. Διότι μόνον οὕτω θὰ ἐδικαιολογεῖτο πλήρως ἡ αἰτιολογία, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει ὁ Πηλουσιώτης τὴν παραχώρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. "Τὰς ἐν ἐκκλησίαις φλυαρίας καταπαῦσαι βουλόμενοι οἱ ἀπόστολοι".

Ὄντως δὲ διὰ τῆς ἀπὸ κοινοῦ συνυπηχήσεως καὶ συμψαλμῳδίας ἀνακόπτεται ἡ σπουδὴ τῶν γυναικῶν, καὶ δὲν μένει εἰς αὐτὰς καιρὸς ἵνα καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς λατρείας συνδιαλέγωνται μετ' ἀλλήλων, ὅπως δυστυχῶς συμβαίνει καὶ σήμερον πολλαχοῦ.

Δὲν ἐννοεῖ ὁ Πηλουσιώτης, ὅτι οἱ ἀπόστολοι ἐπέτρεψαν εἰς τὴν γυναῖκα καὶ ὡς ψαλτῳδὸς μόνη ἢ καὶ μετ' ἄλλων ὁμοφύλων νὰ ἐμφανίζεται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Διότι, ἂν ἐνόει τοῦτο, ἡ αἰτιολογία, τῆς ὁποίας ἐμνημονεύσαμεν, μένει ἄνευ βάσεως καὶ λόγου τινός. Ἁπλούστατα διότι καθ' ὅν χρόνον ἡ μία ἢ ὁ χορὸς τῶν γυναικῶν θὰ ἔψαλλε, τίποτε δὲν θὰ ἠμπόδιζε τὰς ἄλλας γυναῖκας, τὰς μὴ ψαλλούσας, ἀπὸ τοῦ νὰ φλυαρῶσιν.

Ὡσαύτως ὁ Πηλουσιώτης ἀναφέρεται, ὡς φαίνεται, οὐχὶ εἰς ἁπλᾶς γυναῖκας, ἀλλ' εἰς γυναῖκας, ἐφ' ὧν ὁ ἐπίσκοπος, πρὸς ὅν γράφει ὁ Πηλουσιώτης, εἴχε δικαιοδοσίαν καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἔπρεπε ν' ἀπαγορεύσῃ καὶ τὴν διαμονὴν ἐν πόλει. Ἄρα πρόκειται περὶ γυναικῶν μοναζουσῶν ἢ ἀσκητριῶν [...].

Ἐὰν εἰς μοναζούσας καὶ ἀσκητρίας δὲν ἐπέτρεψαν τοῦτο, πῶς θὰ ἠνείχοντο αὐτὸ προκειμένου περὶ γυναικῶν ἄλλων;

Δὲν πρέπει νὰ φανῇ παράδοξον, πῶς, ἐνῷ ἐπετράπη εἰς τὴν γυναῖκα τὸ μετὰ τοῦ λοιποῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος συμψάλλειν, ἀπηγορεύθη εἰς αὐτὴν ν' ἀναβῇ καὶ εἰς τὸν χορὸν τῶν ψαλτῶν καὶ νὰ ψάλλῃ ἐπ' ἐκκλησίας εἴτε μόνη, εἴτε ἐν χορῷ μεθ' ὁμοφύλων.

[...]

Ἀλλ' ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ἐνδόξων τῆς Ἐκκλησίας Πατέρων, κατὰ τὸν δ' αἰῶνα, τὸ ἐκκλησιαστικὸν μέλος ἤρχισε νὰ καθίσταται ἐπιτετηδευμένον πως καὶ νὰ προσλαμβάνῃ ἁρμονίαν τεχνικήν. Ἡ ὑμνολογία ἐσημείωσε πρόοδον καὶ τὴν ποιητικὴν ἔμπνευσιν τῶν ὑμνογράφων παρακολουθεῖ καὶ ἡ ἐπὶ τὸ τεχνικώτερον ἐξέλιξις τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς.

[...]

Σύγχρονος σχεδὸν καὶ κατά τινας δεκαετηρίδας νεώτερος τῶν Φλαβιανοῦ καὶ Διοδώρου ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος καὶ ἐξ Ἀντιοχείας ὡς ἐκεῖνοι ὁρμώμενος εἰσήγαγε τὸν ἀντιφωνικὸν καὶ ἁρμονικώτερον τρόπον τοῦ ψάλλειν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἵνα ἀντιδράσῃ κατὰ τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν.

[...]

Καὶ ἀλλαχοῦ τὸν σκοπὸν τῆς ψαλμῳδίας καὶ τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς περιγράφων [σημ. ὁ θεῖος Χρυσόστομος] λέγει τὰ ἐξῆς:

"Πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων κατιδὼν ὁ Θεὸς ραθυμοτέρους ὄντας, καὶ πρὸς τὴν τῶν πνευματικῶν ἀνάγνωσιν δυσχερῶς ἔχοντας, καὶ τὸν ἐκεῖθεν οὐχ ἡδέως ὑπομένοντας κάματον, ποθεινότερον ποιῆσαι τὸν πόνον βουλόμενος καὶ τοῦ καμάτου τὴν αἴσθησιν ὑποτεμέσθαι, μελῳδίαν ἀνέμιξε τῇ προφητεία, ἵνα τῷ ρυθμῷ τοῦ μέλους ψυχαγωγούμενοι πάντες, μετὰ πολλῆς τῆς προθυμίας τοὺς ἱεροὺς ἀναπέμπωσιν αὐτῷ ὕμνους. . . . Ἀπὸ δὲ τῶν ψαλμῶν τῶν πνευματικῶν πολὺ μὲν τὸ κέρδος, πολλὴ δὲ ἡ ὠφέλεια, πολὺς δὲ ὁ ἁγιασμός [...]".

 

Ἀλλ' ἡ πρόοδος αὕτη τῆς ὑμνολογίας καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τεχνικωτέρας πως ἁρμονίας κατέστησε δύσκολον πλέον τὴν συμμετοχὴν τοῦ πλήθους ἐν τῇ ψαλμῳδίᾳ. Ἀκριβῶς δὲ δι' αὐτὸ κατὰ χρόνους συμπίπτοντας πρὸς τὴν μουσικὴν μεταρρύθμισιν τῶν μοναχῶν Φλαβιανοῦ καὶ Διοδώρου ἡ ἐν Λαοδικείᾳ σύνοδος (365) διὰ τοῦ 15ου Κανόνος αὐτῆς ὁρίζει:

"Μὴ δεῖν πλέον τῶν  κανονικῶν ψαλτῶν τῶν ἐπὶ τὸν ἄμβωνα ἀναβαινόντων καὶ ἀπὸ διφθέρας ψαλλόντων ἑτέρους τινὰς ψάλλειν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ".

Οὕτω ἡ ἐπὶ τὸ συνθετώτερον τροπὴ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ μέλους ἀρχίζει νὰ ἀποκλείῃ κατ' ὀλίγον τὸ Ἐκκλησιαστικὸν πλήρωμα καὶ αὐτῆς τῆς συνυπηχήσεως, τῆς ὁποίας ἡ κατάργησις ἐπακολουθεῖ βραδέως ἀλλ' ἀσφαλῶς.

[...]

Ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ ἐν τῇ πολιᾷ ἀρχαιότητι κρατήσαντα ἡ σημερινὴ συμμετοχὴ τῆς γυναικὸς ἐν ψαλμῳδίᾳ;

Ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀρχαιότης δὲν εἶδέ ποτε τὴν γυναῖκα ἐπὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἄμβωνος ὄχι μόνον ὡς διδάσκαλον ἐν τῷ ναῷ ἐξαγγέλουσαν τὰ ῥήματα τῆς πίστεως, ἀλλ' οὐδὲ εἰς τὸ διακόνημα τοῦ ἀναγνώστου καὶ ψάλτου ὑπηρετοῦσαν καὶ ἀναγινώσκουσαν ἤ ψάλλουσαν ἐνώπιον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος.

Τοῦτο, πρὸς τὴν ἱερὰν σεμνότητα τῶν ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς συναθροίσεων ἀπᾷδον καὶ  τὴν γυναῖκα εἰς κοινὸν στόχον τῶν βλεμμάτων τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἅπαντος ἐπικαθῖζον, δὲν ἐγένετό ποτε ἀνεκτὸν ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ.

[...]

Συμμετοχὴ τῆς γυναικὸς ἐν χορῷ πρὸς ἀποτέλεσιν καὶ σύνθεσιν ἁρμονίας πλουσιωτέρας καὶ θελκτικωτέρας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ σαφὴς καὶ εὐκρινὴς τοῦ τόνου τῆς γυναικείας φωνῆς διάκρισις ἑλκυστικώτερον καὶ εὐπαθέστερον καθιστᾷ τὸ ψαλλόμενον ᾆσμα, εἶνε ἐντελῶς καὶ ἐξ ὁλοκλήρου ἄγνωστος πρὸς τὴν ἐκκλησ. ἀρχαιότητα καὶ δὲν ὐπερβάλλει τις χαρακτηρίζων ταύτην ὡς καινοτομίαν ἀπαραδειγμάτιστον πολλοὺς ἐγκρύπτουσαν κινδύνους καὶ εἰς πολλὰ δυναμένην νὰ ὁδηγήσῃ σκάνδαλα.

Ἀλλ' ἐὰν πρόκειται νὰ ψάλλῃ ἡ γυνὴ ἐν ἐκκλησιάσματι ἀποτελουμένῳ ἀποκλειστικῶς ἐξ ὁμοφύλων αὐτῆς, δὲν θὰ εἶχε πλέον κανένα λόγον ἡ ἀπαγόρευσις».

 

Ἡ ὅλη ἐργασία τοῦ ἀειμνήστου Καθηγητοῦ βρίσκεται στὴν παρακάτω σύνδεση:

 

[Ἂν δὲν μπορεῖτε νὰ δεῖτε τὸ κείμενο παρακάτω, παρακαλοῦμε ἐπικοινωνεῖστε μαζί μας]

 

 

Μερικὰ βιογραφικὰ στοιχεία τοῦ καθηγητοῦ βρήκαμε στὸν ἱστότοπο του biblionet.gr:

Παναγιώτης Ν. Τρεμπέλας. Διακεκριμένος ορθόδοξος θεολόγος, Καθηγητής του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Γεννήθηκε στη Στεμνίτσα Γορτυνίας το 1886 και εκοιμήθη στην Αθήνα το 1977. Το 1907 αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, της οποίας υπήρξε καθηγητής Πρακτικής Θεολογίας κατά τα έτη 1939-1957. Κατ' ανάθεση δίδαξε και άλλα μαθήματα, στη συγγραφική του δε δραστηριότητα ασχολήθηκε, επιτυχώς, με όλους τους κλάδους σχεδόν της θεολογικής επιστήμης. Υπήρξε ο πολυγραφότατος Έλληνας θεολόγος του 20ού αιώνα, εκ των ιδρυτικών μελών της αδελφότητας θεολόγων "Ζωή" (1907) και συντάκτης του περιοδικού της από την έκδοση της (1911). Τον Μάιο του 1960, μαζί με αλλά μέλη της "Ζωής" ίδρυσε την αδελφότητα θεολόγων "Ο Σωτήρ" και το ομώνυμο περιοδικό. Ο καθηγητής Π. Ν. Τρεμπέλας ανέπτυξε πλουσιότατη κηρυκτική δράση σε όλη τη χώρα, αντιμετώπισε δε με σθένος διάφορα ιδεολογικά και αιρετικά κινήματα ως απολογητής της Ορθοδοξίας, πολλά δε περιοδικά δημοσίευαν μελέτες και άρθρα του. Επί πολλά χρόνια εκπροσωπούσε την Εκκλησία της Ελλάδος σε οικουμενικά και διορθόδοξα συνέδρια και έλαβε πολλές τιμητικές διακρίσεις.

 

[Τὸ παρὸν ἄρθρο εἴχε ἀνεβεῖ στὸ παλαιὸ Ἀναλόγιον τό 2007 γιὰ πρώτη φορά]