Κανένα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ συντελοῦν εἰς τὴν εὐσέβειαν δὲν μπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς ψυχὴν ποὺ εἶναι ἔρημος ἀπὸ προσευχὴν καὶ ἀπὸ δέησιν· ἀλλὰ ὡσὰν πόλις ἀνοχύρωτος εὔκολα μπορεῖ νὰ ὑποταχθῆ εἰς τοὺς ἐχθροὺς ἀπὸ ἔλλειψιν κάθε ἐμποδίου. Τὸ ἴδιο λοιπὸν καὶ ψυχήν, ποὺ δὲν εἶναι ὀχυρωμένη μὲ προσευχές, εὔκολα ὁ διάβολος τὴν ὑποτάσσει καὶ τὴν γεμίζει μὲ εὐκολίαν μὲ κάθε ἁμαρτίαν. Κατ' ἀρχήν, ὅταν ἰδῆ ψυχὴν θωρακισμένην μὲ προσευχὲς δὲν τολμᾶ νὰ τὴν πλησιάσῃ.

Αὐτὸ τὸ ἄρθρο τὸ εἶχα γράψει τό 2004/2005 καὶ τὸ εἶχα κοινοποιήσει σὲ πλήθος Ἱερῶν Μητροπόλεων, Καθηγητῶν Πανεπιστημίου, κ.λπ.. Ἦταν δημοσιευμένο στὸ παλαιὸ Ἀναλόγιον (analogion.net), ἀλλὰ δημοσιεύθηκε ἀργότερα καὶ στὸ φόρουμ Ἀναλόγιον ἐδῶ.

Τὸ κείμενο εἶναι διαθέσιμο σὲ μορφὴ pdf ἐδῶ, παρακάτω σὲ ἁπλὸ κείμενο, και σε μορφή e-viewer στὸ τέλος τοῦ παρόντος.

 
 
Ἐπιτρέπεται ἡ γονυκλισία τὶς Κυριακές;
 
τοῦ Παναγιώτη Δ. Παπαδημητρίου
 
 
Ἔλαβα τὴν ἀπόφαση νὰ γράψω αὐτὸ τὸ ἄρθρο ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπὸ τὸ γεγονός ὅτι οἱ Ἑλληνοαμερικάνοι, στὶς Η.Π.Α. (Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξη Ἀρχιεπισκοπή), γονατίζουν τὶς Κυριακὲς (στὸ «Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν...») ἐκτὸς τῶν ἡμερῶν τῆς Πεντηκοστῆς[1], καὶ ἀφετέρου ἀπὸ τὴν σχετικὴ γνωμάτευση τοῦ Σεβ. Πατρῶν Νικοδήμου ὡς αὐτὴ εὐρίσκεται στὰ Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας μας τοῦ 2003 στὸ «Ἄγραφο Τυπικό». Στὸν τίτλο δὲν ἀνέφερα τὴν Πεντηκοστὴ διότι ὀρθῶς κατὰ τὶς ἡμέρες της οἱ ἱερεῖς στὶς Η.Π.Α. λένε στὸν λαὸ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γονατίζουν καὶ κανένας λαϊκὸς δὲν γονατίζει. 
 
Ὅτι εἶναι ἀνεπίτρεπτος ἡ γονυκλισία τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς  εἶναι διαταγμένο συνολικὰ ἀπὸ:
 
 
α. τὸν ιε’ Κανόνα τοῦ Ἁγίου Πέτρου Ἀλεξανδρείας (τὸ 304 κατὰ τὸν Ἅγ. Νικόδημο),
 
β. τὸν κ’ Κανόνα τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου (τὸ 325),
 
γ. τὸν Ϥα’ (91ον) Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου († 378),
 
δ. τὸν Ϥ’ (90ον) Κανόνα τῆς ΣΤ’ Οἰκ. Συνόδου (τὸ 680).
 
 
Σημείωσε ὅτι οἱ δύο Κανόνες τῶν ἀνωτέρω Ἁγίων, ἔχουν ἐπικυρωθεῖ ἀπὸ Οἰκουμενικὲς Συνόδους[2].
 
 
Ἡ λέξη γονυκλισία (γόνυ+κλίνω = γόνυ+κάμπτω) σημαίνει κάμψιμο (λύγισμα)  τῶν γονάτων («ὅτι Ἐμοὶ κάμψει πᾶν γόνυ», «ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ», «κάμπτω τὰ γόνατά μου πρὸς τὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ») καὶ εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ δική μας μετάνοια κατὰ τὴν ὁποία (ἀφότου κάνουμε τὸν σταυρό μας) ἐρχόμαστε σὲ σχῆμα «Γ» καὶ λυγίζοντας τὰ γόνατα ἀκουμπάμε μὲ τὸ δεξὶ χέρι τὸ ἔδαφος ἔχοντας τὸ ἀριστερό μας χέρι εὐλαβικὰ περίπου στὸ στομάχι (καὶ μετὰ σηκωνόμαστε πάλι ὄρθιοι ἢ σὲ σχῆμα «Γ», κάνουμε τὸν σταυρό μας καὶ ἐπαναλαμβάνουμε τὴν ἴδια κίνηση). Ἐπίσης ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει «βάλλων λοιπὸν μετάνοιαν ὁ ὑπομνήσας» καὶ ἐπίσης   «βαλὼν τῷ ἡγουμένῳ γονυκλισίαν», τὸ ὁποῖον σωστὰ τὸ ἔχουν ἀποδώσει καὶ στὶς δύο περιπτώσεις μετάνοια[3]. Σωστότερα πάντως νομίζουμε ὅτι βαλὼν γονυκλισίαν ὑποδηλώνει τὴν βαθιὰ μετάνοια.
 
Σημείωσε ὅμως ὅτι τὸ γονάτισμα εἶναι γονυκλισία, ἡ γονυκλισία ὅμως δὲν εἶναι γονάτισμα (γιατὶ τὸ γονάτισμα εἶναι γονυκλισία καὶ ἐπαφὴ τῶν γονάτων μὲ τὴν γῆ). Πρὸς τούτοις τὸ Ἱερατικὸν ὅταν λέει ὁ Διάκονος «Ἔτι καὶ ἔτι, κλίναντες τὰ γόνατα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» (τὸ γονάτισμα μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε γονυκλισία), τὸ ἀποσαφηνίζει μὲ κόκκινα γράμματα καὶ γράφει «Καὶ ἡμῶν κλινόντων τὰ γόνατα ἐπὶ γῆς, [...]»[4]. Ἐπίσης ἂν ἡ γονυκλισία ἦταν τὸ γονάτισμα, ὁ Ἅγιος Νικηφόρος δὲν χρειαζόταν νὰ ἔγραφε τὸν 10ό του Κανόνα (γιὰ τὸν ὁποίο θὰ μιλήσουμε παρακάτω).
 
Τὸ γονάτισμα (γόνατα+τίθημι, γονυπετῶ) ἐκφράζεται σαφέστατα ὅπως «καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύχετο λέγων», «προσῆλθεν Αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτόν καὶ λέγων», «γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν Αὐτοῦ ἐνέπαιζον Αὐτῷ», «καὶ τιθέντες τὰ γόνατα προσεκύνουν Αὐτῷ», «θεὶς δὲ τὰ γόνατα ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ», «ὁ Πέτρος θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο», «θεὶς δὲ τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πάσιν αὐτοῖς προσηύξατο», «καὶ θέντες τὰ γόνατα ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν προσηυξάμεθα».
 
Ἄρα ἄλλο γονυκλισία καὶ ἄλλο γονάτισμα[5], ὅμως τὸ γονάτισμα μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε γονυκλισία. Ἐπίσης ἡ ἀπαγόρευσις τῆς γονυκλισίας ἀπαγορεύει ταυτόχρονα καὶ τὸ γονάτισμα (ἀφοῦ γιὰ νὰ γονατίσουμε πρέπει νὰ κάμψουμε τὰ γόνατα), ἀλλὰ ἡ τυχὸν ἔγκρισις τῆς γονυκλισίας δὲν ἐγκρίνει ταυτόχρονα τὸ γονάτισμα (γιατὶ τὸ γονάτισμα εἶναι κάτι τὸ περισσότερο ἀπὸ τὴν γονυκλισία).
 
Οἱ Θεοφόροι Πατέρες διακρίνονταν γιὰ τὴν δεινότητα τῆς ἀκρίβειας τοῦ λόγου των καὶ συνεπῶς, κατὰ τὴν γνώμη μας, οὐδεμία σύγχυσις πρέπει νὰ γίνεται ὅτι τάχα μὲ τὴν γονυκλισία ἐννοοῦσαν μόνο τὸ γονάτισμα. Ἀλλὰ γιὰ αὐτὸ ἔβαλαν τὴν γονυκλισία στοὺς Κανόνες ὥστε ἀπαγορεύοντάς την ταυτόχρονα νὰ ἀπαγορεύεται καὶ τὸ γονάτισμα.
 
Ὅ Ἅγιος Πέτρος Ἀλεξανδρείας λέει[6] ὅτι παρελάβαμε νὰ μὴν κλίνουμε γόνατο «οὐδὲ γόνυ κλίνειν» τὴν Κυριακή, ὥστε νὰ τὴν τηροῦν τὴν Παράδοση οἱ Χριστιανοὶ ἐκείνοι ποὺ προφανῶς καινοτομοῦσαν.
 
Μετὰ αὐτὸν ἔρχεται ἡ Ἁγία Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τὸ 325 νὰ ἀφιερώσει ἕναν ὀλόκληρο κανόνα ἀπὸ τοὺς εἴκοσι κανόνες της (ἀπὸ αὐτὸ δείχνεται ἡ σοβαρότητα τοῦ θέματος) καὶ νὰ διατάξει τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς νὰ ἀποδίδουμε τὶς εὐχὲς στὸν Ἅγιο Θεό μας ὄρθιοι, ἐπειδὴ ἦσαν τινὲς ἀνυπάκοοι ποῦ λύγιζαν τὰ γόνατά τους: «Ἐπειδὴ τινές εἰσιν ἐν τῇ Κυριακῇ γόνυ κλίνοντες, καὶ ἐν ταῖς τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέραις, ὑπὲρ τοῦ πάντα ἐν πάσῃ παροικίᾳ φυλάττεσθαι, ἑστῶτας ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ Συνόδῳ τὰς εὐχὰς ἀποδιδόναι τῷ Θεῷ»[7].
 
Ἐπίσης ὁ Μέγας Βασίλειος († 378) κανονίζει νὰ προσευχόμαστε ὄρθιοι («ὀρθοὶ μὲν ποιοῦμεν τὰς εὐχάς», «τὸ ὄρθιον σχῆμα τῆς προσευχῆς προτιμᾶν οἱ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας ἡμᾶς ἐξεπαίδευσαν») τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς[8].
 
Φαίνεται ὅμως ὅτι παρὰ τὴν Διαταγὴ τῆς Ἁγίας Συνόδου (καὶ τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Μεγάλου Βασιλείου) ἐμφανίστηκαν πάλι νεωτερίζοντες οἱ ὁποῖοι ἔκλιναν γόνυ τὶς Κυριακὲς. Ἀπὸ ὅτι ὅμως φαίνεται αὐτοὶ περιορίζονταν (ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω) νὰ γονατίζουν τὶς Κυριακὲς καὶ ὄχι καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς (π.χ. σὰν τοὺς Ἑλληνοαμερικάνους).
 
Σὲ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα ἐρχόμαστε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ΣΤ’ Οἰκ. Σύνοδος, 355 χρόνια μετὰ τὴν Α’, δηλαδὴ τὸ 680-681[9], ἔρχεται νὰ ὑπενθυμίσει στοὺς προαναφερθέντας νεωτερίζοντας ὅτι τὶς Κυριακὲς δὲν κλίνουμε οὔτε ἕνα γόνατο (δὲν κάμπτουμε δηλαδὴ κανένα γόνατο) ὅπως κανονικῶς παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς Θεοφόρους ἡμῶν Πατέρας «μετὰ τὴν ἐν τῷ Σαββάτῳ ἑσπερινὴν τῶν ἱερωμένων πρὸς τὸ θυσιαστήριον εἴσοδον, κατὰ τὸ κρατοῦν ἔθος, μηδένα γόνυ κλίνειν μέχρι τῆς ἐφεξῆς κατὰ τὴν κυριακὴν ἑσπέρας»[10]. 
 
Ὁ Κανὼν πλήρως ἔχει ὡς ἐξῆς: «Ταῖς Κυριακαῖς μὴ γόνυ κλίνειν ἐκ τῶν Θεοφόρων ἡμῶν Πατέρων κανονικῶς παρελάβομεν, τὴν τοῦ Χριστοῦ τιμῶντες Ἀνάστασιν, ὡς ἄν οὖν μὴ ἀγνοῶμεν τὸ σαφὲς τῆς τούτου παρατηρήσεως, δῆλον τοῖς πιστοῖς καθιστῶμεν, ὥστε μετὰ τὴν ἐν τῷ Σαββάτῳ ἑσπερινὴν τῶν ἱερωμένων πρὸς τὸ θυσιαστήριον εἴσοδον, κατὰ τὸ κρατοῦν ἔθος, μηδένα γόνυ κλίνειν μέχρι τῆς ἐφεξῆς κατὰ τὴν κυριακὴν ἑσπέρας, καθ’ ἥν μετὰ τὴν ἐν τῷ λυχνικῷ εἴσοδον αὔθις τὰ γόνατα κάμπτοντες, οὕτω τὰς εὐχὰς τῷ Κυρίῳ προσάγομεν. Τῆς γὰρ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἐγέρσεως πρόδρομον τὴν μετὰ τὸ Σάββατον νύκτα παραλαμβάνοντες, τῶν ὕμνων ἐντεῦθεν πνευματικῶς ἀπαρχόμεθα, εἰς φῶς ἐκ σκότους τὴν ἑορτὴν καταλήγοντες, ὡς ἐν ὁλοκλήρῳ ἐντεῦθεν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ πανηγυρίζειν ἡμᾶς τὴν Ἀνάστασιν».
 
Σημείωσε ὅτι ὁ Κανών τῆς ΣΤ’ δὲν ὀμιλεῖ γιὰ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς, προφανῶς γιατὶ δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη ὅπως προείπαμε (δηλαδὴ δὲν ἔκλιναν τότε γόνυ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλὰ μόνο τὶς Κυριακές).
 
Σὺν τοὺς 318 καὶ 150[11] περίπου Ἁγίους Θεοφόρους Πατέρας τῶν προαναφερθεισῶν δύο Οἰκ. Συνόδων, τοὺς Ἁγίους Πέτρον Ἀλεξανδρείας καὶ Μέγα Βασίλειο, τὴν γονυκλισία τὴν ἀπαγορεύουν πλῆθος ἄλλων Ἁγίων[12] μεταξὺ τῶν ὁποῖων ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος, ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ἐπίσκ. Λουγδούνων, ὁ Ἅγιος Αὐγουστίνος, ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος. Σημείωσε ἐπίσης καὶ τὸν Ἅγιον Νεῖλο καὶ τὴν Τυπική του διάταξη· «Ἐπὶ τοίνυν τοῖς κελλίοις ἡμῶν ἀεὶ τὸ γόνυ κλιτέον, εὐχομένους, πάρεξ Σαββάτου καὶ Κυριακῆς»[13].
 
Συνεπῶς πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτη ἡ πειθαρχία ἡμῶν τῶν εὐλαβῶν Χριστιανῶν στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ποὺ διὰ στόματος τῶν Ἁγίων Θεοφόρων Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων διατάζει νὰ μὴν κλίνουμε γόνυ τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς.
 
 
* * *
 
 
Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾶ τοὺς Κανόνες (τῶν Οἰκ. Συνόδων καὶ τῶν ἐπικυρωθέντων ὑπ’ αὐτῶν Κανόνων). Διαβάζοντας τώρα τὴν γνωμάτευση τοῦ Σεβ. Πατρῶν Νικοδήμου στὰ Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας μας τοῦ 2003, τολμῶ νὰ πῶ ὅτι ἀπόρησα, καθότι δὲν δίνει μιὰ καθαρὴ ἀπάντηση ἂν ἐπιτρέπεται ἢ ὄχι ἡ γονυκλισία, ἀλλὰ ὀμιλεῖ περὶ μὴ ἀπολύτου χαρακτῆρα τῆς ἐν Κυριακῇ ἀπαγορευμένης γονυκλισίας. 
 
Ἐμεῖς νὰ ποῦμε ὅτι τὸ «μηδένα γόνυ κλίνειν μέχρι τῆς ἐφεξῆς» τῆς ΣΤ’ Οἰκ. Συνόδου, εἶναι ἀπόλυτο καὶ σαφέστατο ἀπαγορευτικὸ τῆς ἐν Κυριακῇ γονυκλισίας.
 
Τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ ἀναφέρει γιὰ τὸν (κατ’ αὐτόν) «μὴ ἀπόλυτον χαρακτῆρα τῆς ἐν Κυριακῇ ἀπαγορευμένης γονυκλισίας», συνοψίζονται στὰ ἐξῆς: α. γιατὶ ἔκλινε γόνυ ὁ Ἀπ. Παῦλος καὶ ἄλλοι μαζί του τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς, β. γιατὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος (τὰ ἐπόμενα πλαγίως γραμμένα εἶναι ὅπως γράφονται στὴν  γνωμάτευση τοῦ Σεβ.) «παρατηρεῖ, ἐπί λέξει: «Σημειώνει δέ ὅτι ὁ παρών Κανών δέν λέγει διά τάς γονυκλισίας, τάς παρ’ ἡμῶν κοινότερον ὀνομαζομένας μεγάλας μετανοίας, αἵτινες καί προσπτώσεις κυρίως ὀνομάζονται (τάς ὁποίας, ὅταν χάριν ἀσπασμοῦ γίνονται, ἁγίων εἰκόνων θετέον, καί μάλιστα τῶν φρικτῶν μυστηρίων, δέν ἐμποδίζει τόσον ὁ 10ος Κανών τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου, οὔτε ἐν Κυριακῇ, οὔτε ἐν ὅλῃ τῇ Πεντηκοστῇ, ὅσον καί τά ἱερά ἄσματα, λέγοντα, ποτέ μέν «Σοί προσπίπτομεν τῷ ἀναστάντι ἐκ τάφου ποτέ δέ: «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καί προσπέσωμεν Χριστῷ τῷ ἀναστάντι» καὶ ἄλλα τοιαῦτα πολλά...». Καί «τάς χάριν ἀσπασμοῦ γενομένας γονυκλισίας δέν ἐμποδίζει...», ὅπως (λέγει ἀλλαχοῦ) καί τάς πρός τόν Προεστῶτα (Ἐπίσκοπον ἢ ἠγούμενον) καί πρός τούς χορούς (!) κ.λπ.»,  γ. γιατὶ οἱ Μυροφόροι προσκύνησαν τὸν ἀναστάντα Κύριον, καὶ γιατὶ ὁ Κύριος δὲν τὶς ἐμπόδισε καὶ ἐπίσης γιατὶ οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ εἰς τὴν Γαλιλαίαν προσεκύνησαν αὐτῷ, δ. γιατὶ ἡ Ἐκκλησία μετάθεσε τὴν Ἀκολουθία τῆς Γονυκλισίας, κατὰ τὴν Κυριακὴν τῆς Πεντηκοστῆς, ἀπὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς ταύτης εἰς τὴν πρωΐαν, ἐν συνεχείᾳ τῆς Θείας Λειτουργίας, ε. γιατὶ οἱ χειροτονούμενοι Διάκονοι, Πρεσβύτεροι, Ἐπίσκοποι γονυπετοῦν (δηλ. πέφτουν στὰ γόνατα, γονατίζουν) βαθύτατα, καὶ ἀφοῦ ἀπαιτεῖται ἡ κλίσις τῶν γονάτων στὸ ἕνα μυστήριο (Ἱερωσύνη), γιατὶ νὰ μὴν ἀπαιτεῖται καὶ στὸ ἄλλο μυστήριο (Θεία Κοινωνία), στ. γιατὶ οἱ ἐξομολογούμενοι δέχονται γονυπετεῖς τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν.
 
Ἀναφέρει δὲ ὁ Σεβ. ὅτι τὰ προαναφερθέντα ἐπιχειρήματα ἀναφέρθησαν μόνον διά τινας εὐλόγους ἐξαιρέσεις τοῦ κανόνος, καὶ κυρίως διὰ τὴν προσκυνηματικὴν γονυκλισίαν[14] κατὰ τὴν φρικτὴν ὥραν τοῦ Καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ. Καὶ ὕστερα ἀναφέρει καὶ γιὰ τὴν πρακτικὴ στὴν Ρωσικὴ Ἐκκλησία, καὶ τὸν ἀρχιμ. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο, τὰ ὁποῖα σχόλια θὰ τὰ ἀφήσουμε ἀσχολίαστα, καθότι δὲν κρίναμε ἀναγκαῖον τὸν σχολιασμὸν των (δὲν ἐπηρεάζουν δηλαδὴ κατ’ οὐδένα τρόπο τὰ συμπεράσματά μας).
 
Νὰ σημειώσουμε ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐκφωνήσεως «Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν» μέχρι τοῦ «Ἐξαιρέτως» δὲν πρόκειται περὶ «προσκυνηματικῆς γονυκλισίας» ἄν κάποιος κάμψει τὰ γόνατά του, ὅπως λέει ὁ Σεβ., ἀλλὰ περὶ καθαρῆς προσευχῆς καθότι ἔχουμε τὸν ἱεροψάλτη ποῦ ψέλνει καὶ ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ τὸ «Σὲ ὑμνοῦμεν» καὶ τὸν ἱερέα ποῦ ἐπεύχεται μυστικῶς· συνεπῶς ἀπαγορεύεται κανονικῶς ἡ τυχὸν γονυκλισία (τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς) καθὼς «τὸ ὄρθιον σχῆμα τῆς προσευχῆς προτιμᾶν οἱ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας ἡμᾶς ἐξεπαίδευσαν».
 
 
Στὴν συνέχεια θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀντικρούσουμε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Σεβασμιώτατου μὲ διαφορετικὴ σειρά γιὰ νὰ διευκολύνουμε τὴν κατανόηση.
 
 
α. καὶ γ. Στὴν περίπτωση μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο (ἀλλὰ ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς Μυροφόρες καὶ γιὰ τοὺς ἕνδεκα Μαθητές) ἔχει ἀπαντήσει ὁ Ἅγιος Νικόδημος στὸ Πηδάλιον. Συγκεκριμένα λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, «ἡ λύσις ὅμως εἶναι πρόχειρος, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἐκκλησίας ἀκόμα τότε ἦτο ἀκανόνιστος, καὶ τρόπον τινὰ ἦτο εἰς τὴν νηπιότητά της, ὡσὰν ὁποῦ ἀκόμα τότε κατεβάλλοντο τὰ κυριώτερα θεμέλια, καὶ δὲν εἶχε λάβῃ τὴν τελειότητα, οὐδὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν»[15]. Τὸ «πρόχειρος» ἐδὼ δὲν σημαίνει ἀτελῆς ἀλλὰ πανεύκολη (πρὸ τῶν χειρῶν), καὶ ὅντως ἔτσι εἶναι.
 
Ἐμεῖς να ρωτήσουμε: δὲν ἤξεραν τῶν «Ἁγίων Πατέρων ὁ χορός», οἱ «ἀστέρες οἱ πολύφωτοι», «τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου» τὰ ἀναφερόμενα ἀπὸ τὸν Σεβ. χωρία; Ἤ μήπως τοὺς διέφυγαν γιὰ νὰ τοὺς τὰ ὑποδείξουμε;
 
Διατρανώνουμε ὅτι ἀσφαλῶς καὶ οἱ δύο Οἰκ. Σύνοδοι (μὲ τοὺς πολυάριθμους Θεοφόρους Πατέρας) σὺν αὐτοῖς καὶ οἱ Ἅγ. Πέτρος καὶ Μέγας Βασίλειος, ὁ μέγιστος Φωστὴρ τῆς Τρισηλίου Θεότητος, ὁ ὑποφήτης καὶ μύστης τῶν ἀποκρύφων μυστηρίων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[16],  ἐγνώριζαν τὴν Καινὴ Διαθήκη (καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Μυροφόροι καὶ οἱ ἕνδεκα Μαθηταὶ προσκύνησαν τὸν ἀναστάντα Κύριον ἢ ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γονάτισε), παρὰ ταῦτα ἐξέθεσαν αὐτοὺς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ μὲ πλήρη σαφήνεια.
 
Ἐπίσης ὅταν ὁ Ἅγιος Πέτρος τὸ 304 λέει παρελάβαμε νὰ μὴν κλίνουμε γόνατο τὴν Κυριακή, ἀπὸ ποιοὺς παρέλαβε αὐτὸς καὶ οἱ Χριστιανοί; Ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος ὁ Μάρτυς[17], ἡ τοιαύτη συνήθεια (μὴ κλίνειν γόνυ τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς) ἔλαβε τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τοὺς χρόνους τῶν Ἀποστόλων.
 
Σὺν τούτοις νὰ προσθέσουμε «διὰ γὰρ νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας», Ρωμ. γ’ 20.
 
 
δ. τὴν ἀπάντηση στὸ τέταρτο ἐπιχείρημα τὴν ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Νικόδημος[18]:  «ὁ μέγας Βασίλειος (εἶναι λόγια τοῦ Βλαστάρεως) «συνθέμενος ἄριστα πάντων τὰς ἱλαστηρίους εὐχὰς, τὰς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς ἐπὶ τῇ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐπιδημίᾳ ἐκφωνουμένας, καὶ μὲ δουλικὸν σχῆμα καὶ κλίσιν γονάτων παραινέσας τὸν λαὸν νὰ τὰς ἀκροάζωνται, διὰ νὰ ὁμολογοῦν μὲ τὸ σχῆμα τοῦτο τὴν φυσικὴν αὐθεντίαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ μαρτυροῦν καὶ κατὰ τοῦτο ὁμοούσιον μὲ τὸν Υἱὸν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, εἰς τὸ ὁποῖον κάμπτει πᾶν γόνυ, κατὰ τὸν Ἀπόστολον. Ταῦτα, λέγω, ποιήσας, δὲν ἔκρινεν εὔλογον νὰ ἀναγινώσκωνται αἱ εὐχαί του αὗται ἐν τῇ γ’. ὥρᾳ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεδήμησεν εἰς τοὺς Ἀποστόλους τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Ὄχι· Διὰ τὶ δὲν ἦτο πρέπον, αὐτὸς ὁποῦ ἦτο ὑποφήτης, καὶ μύστης τῶν ἀποκρύφων μυστηρίων τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νὰ καταργήσῃ τὰ πρεσβεῖα, καὶ προνόμια τῆς Κυριακῆς, μεγάλα μυστήρια καὶ λογαριασμοὺς περιέχοντα, ἅπερ αὐτὸς ἐκύρωσε πρότερον, λέγω δὴ τὸ νὰ μὴ κλίνωμεν γόνυ ἐν τῇ Κυριακῇ. Ὅθεν διὰ νὰ μὴ γένῃ τοῦτο τὸ ἄτοπον, ἐδιώρισε νὰ ἀναγινώσκωνται μετὰ γονυκλισίας κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἡ μὲν Κυριακὴ, καὶ ἡ Πεντηκοστὴ τελειώνει, αἱ δὲ τῆς β’. ἀρχαὶ καταβάλλονται, ἐπειδὴ κάθε ἐρχομένη ἡμέρα κάμνει τὴν ἀρχήν της ἀπὸ τὴν ζ’. ὥραν τῆς προλαβοῦσης, καὶ κατὰ τοὺς ἀστρονόμους, καὶ κατὰ τοὺς πολιτικοὺς νόμους. Δι’ ὅ οἱ τὰς εὐχὰς ταύτας, ἀναγινώσκοντες τὸ πρωῒ, κακῶς, καὶ ἡμαρτημένως, καὶ παρὰ Κανόνας ποιοῦσιν. [...]»».
 
Συνεπῶς καθαρὰ φαίνεται ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος «ἐδιώρισε νὰ ἀναγινώσκονται μετὰ γονυκλισίας κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Πεντηκοστῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἡ μὲν Κυριακὴ, καὶ ἡ Πεντηκοστὴ τελειώνει».
 
Καὶ ἐπίσης «οἱ τὰς εὐχὰς ταύτας, ἀναγινώσκοντες τὸ πρωῒ, κακῶς, καὶ ἡμαρτημένως, καὶ παρὰ Κανόνας ποιοῦσιν».
 
Νὰ σημειώσουμε ὅτι καὶ τὸ Πεντηκοστάριον[19] καὶ τὸ Τυπικὸν τοῦ Οἰκονόμου Γεωργίου Ρῆγα (1884-1961) ἐκδοθὲν μάλιστα ὑπὸ τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἰδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, δὲν ἀναφέρουν τὴν μετάθεση τῆς Ἀκολουθίας τῆς Γονυκλισίας.
 
Παρήγορον εἶναι ὅτι τὸ Ἱερατικὸν[20], τουλάχιστον ἔχει σὰν πρώτη (!) περίπτωση «Ἐὰν ὁ Μέγας Ἑσπερινὸς ψαλῇ τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς» ποῦ δείχνει ὅτι στὰ χρόνια μας δὲν ἔχουν ἐντελῶς ἀγνοηθεῖ οἱ Κανόνες[21]· τὸ θέμα ὅμως εἶναι ποιὸς τοὺς πράττει, εἰδικὰ στὰ θέματα τῆς Θείας Λατρείας ὅπου δὲν ὑπάρχει λόγος «οἰκονομίας», ἀλλὰ μάλλον λόγος ταπεινώσεως.
 
Παρὰ τὸ Ἱερατικόν, τὸ Πεντηκοστάριον, καὶ τὸν Τυπικὸν τοῦ Ρῆγα, στὸ Τυπικὸν τῆς Μ.Τ.Χ.Ε. (τοῦ Βιολάκη, περὶ τὰ 1900) καταφαίνεται ὅτι ἄρχεται ὁ Ἑσπερινὸς ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία (σ. 391), τουλάχιστον στὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἄς ποῦμε ὅμως ὅτι τὸ ἐν λόγῳ Τυπικὸ ἔχει καὶ ἄλλο ἀντικανονικὸν λάθος· ἔχει τὸ Ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον μετὰ τὴν Καταβασίαν τῆς η’ Ὠδῆς (σ. 24), πράγμα τὸ ὁποῖον ἀνάγκασε τὴν Ἱερὰ Σύνοδό μας[22], μὲ πολύχρονη καθυστέρηση, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν τοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου εἰς τὴν ἀρχαίαν «κανονικήν» θέσιν αὐτῆς[23].
 
Ἐπίσης καὶ ὁ σύγχρονος Ἅγιός μας, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος (1721-1813), ἐξηγοῦσε καὶ ὑπενθύμιζε (τεκμηριωμένα) στοὺς εὐλαβεῖς πιστοὺς τῆς ἐποχῆς του, ὅτι «ἡ γονυκλισία γίνεται μὲν τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλὰ μετὰ τὴν Εἴσοδο τοῦ Ἑσπερινοῦ, “διὰ νὰ μὴ ἀτιμάζηται ἡ ἀνάστασις”. Τότε ἀναγινώσκονται οἱ Εὐχὲς τοῦ Μ. Βασιλείου “καὶ ὄχι εἰς τὴς Λειτουργίαν, καθὼς τολμᾷ νὰ κάνῃ τὴν σήμερον ἡ ἀμάθεια”»[24].
 
Δυστυχῶς ὅμως ἀκόμη καὶ σήμερα ποὺ ἡ «γνῶση» ἔχει ὑπερχειλίσει, οἱ ἀμαθεῖς «γραμματιζούμενοι» (οἱ περισσότεροι τῶν ὁποῖων, Κληρικοί) τολμοῦν νὰ ἀτιμάζουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου (ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ἐξ οὗ καὶ οἱ περισσότεροι ὕμνοι τὶς Κυριακὲς εἶναι Ἀναστάσιμοι), εἴτε μὲ Κυριακάτικες Γονυκλισίες, εἴτε μὲ Κυριακάτικα Μνημόσυνα, κτλ..
 
Εὐχόμεθα ὅπως καὶ ἡ Ἀκολουθία τῆς Γονυκλισίας (ἡ ὁποῖα δὲν ἔχει μετατεθεῖ ὅπως ἀποδείξαμε καὶ βάσει τοῦ Ἱερατικοῦ[25], τὸ ὁποῖο ὀφείλουν οἱ Ἱερεῖς νὰ γνωρίζουν καλῶς, ἀλλὰ ἀντικανονικὰ τελεῖται) διαταχθεῖ νὰ τελεῖται, μὲ νέαν συνεδρίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μας, εἰς τὴν ἀρχαίαν θέσιν αὐτῆς ὅπως μὴ κακῶς, καὶ ἡμαρτημένως, καὶ παρὰ Κανόνας ποιοῦμεν.
 
 
β. Στὸ β’. ἐπιχείρημα, παρατήρησε ὅτι ὁ Σεβ. ἔχει μιὰ παρένθεση ἀνοικτὴ, στὸ «(τὰς ὁποίας [...]»[26]. Ἐκ πρώτης ὄψεως διαβάζοντας τὸ Πηδάλιον (σ. 151) φαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἔχει ξεχάσει νὰ κλείσει τὴν παρένθεση. Ὅμως τὴν παρένθεση τὴν κλείνει εἴκοσι καὶ τέσσερις γραμμὲς παρακάτω παρότι ἔχουν μεσολαβήσει ἀρκετὲς τελεῖες.
 
Τὸ κείμενον τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου δηλαδή, ἔχει ὡς ἐξῆς[27]: «Σημείωσαι δὲ ὅτι ὁ παρὼν Κανὼν δὲν λέγει διὰ τὰς γονυκλισίας, τὰς παρ’ ἡμῶν κοινότερον ὀνομαζομένας μεγάλας μετανοίας[28], αἵτινες καὶ προσπτώσεις κυρίως ὀνομάζονται, (τὰς ὁποίας [...] ) δὲν λέγει, λέγω, ὁ Κανὼν διὰ τὰς τοιαύτας γονυκλισίας, ἀλλὰ διὰ τὴν γονυκλισίαν, καθ’ ἣν ἐπάνω εἰς τὰ γόνατα κείμενοι, προσευχόμεθα, ὅ,τι λογῆς δηλ. κάμνομεν κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς». Μέσα στὴν παρένθεση δέ, ἐπεξηγεῖ τὰ ἐκτὸς αὐτῆς.
 
Καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐξήγηση καθαρὰ φαίνεται ὅτι ἀπαγορεύεται (κανονικῶς) ἡ προσευχὴ μετὰ γονατίσματος, ὅτι δηλ. κάνουν μερικοὶ στὸ «Τὰ Σὰ ἐκ Τῶν Σῶν».
 
Τώρα τίθεται ἕνα ἐρώτημα: ὅταν λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος «Σημείωσαι δὲ ὅτι ὁ παρὼν Κανὼν δὲν λέγει διὰ τὰς γονυκλισίας [...]», ποιὸς εἶναι ὁ «παρὼν Κανών»;
 
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος στὸ Πηδάλιον, σὲ μιὰ ξεχωριστὴ παράγραφο μὲ τίτλο «ΚΑΝΩΝ Κ’» ἔχει τὸν κ’ Κανόνα τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου στὸ πρωτότυπο ἑλληνικὸ κείμενο. Μετὰ ἔχει ἄλλη παράγραφο μὲ τίτλο «Ἐρμηνεία» ὅπου δίνει τὴν ἐρμηνεία τοῦ Κανόνος. Τέλος ἔχει καὶ μιὰ ἄλλη παράγραφο μὲ τίτλο «Συμφωνία» ὅπου ἀναφέρει ἄλλους Κανόνες ἀλλὰ καὶ Ἁγίους ποῦ συμφωνοῦν μὲ τὸν κ’ Κανόνα. Στὴν παράγραφο «Συμφωνία» ὅταν μιλάει γιὰ αὐτὸν τὸν Ϥα’ (91ον) Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἔχει μιὰ ὑποσημείωση στὴν ὁποῖα ἀναφέρει καὶ τὸ «Σημείωσαι δὲ ὅτι ὁ παρὼν Κανὼν [...]», χωρὶς νὰ ἀναφέρει προτήτερα (στὴν ὑποσημείωση, ἀλλὰ καὶ στὴν «Συμφωνία») τὸν κ’ Κανόνα. Συνεπῶς νομίζουμε ὅτι λέγοντας ὁ «παρὼν Κανών» ἀναφέρεται στὸν Ϥα’ (91ον) Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἀναφέρεται στὸν κ’ Κανόνα τῆς Α’, δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξει τὸ συμπέρασμά μας:
 
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὅταν λέει «Σημείωσαι δὲ ὅτι ὁ παρὼν Κανὼν δὲν λέγει διὰ τὰς γονυκλισίας, τὰς παρ’ ἡμῶν κοινότερον ὀνομαζομένας μεγάλας μετανοίας», νομίζουμε ὅτι τὸ λέει ἐπειδὴ αὐτοὶ οἱ Κανόνες (ὁ τοῦ Μ. Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ ὁ κ’ τῆς Α’) δὲν ἀναφέρονται καθόλου ἄν ἐπιτρέπεται ἢ ὄχι ἡ γονυκλισία ποῦ γίνεται γιὰ λόγον πέραν τῆς προσευχῆς, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἔχουν γενικὸ ἀπαγορευτικὸ τῆς γονυκλισίας (νὰ σημειώσουμε δὲ ὅτι ὅπως φαίνεται, τὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ Χριστιανοὶ προσεύχονταν στὴν ἐκκλησία, τουλάχιστον καί, γονατιστοί[29]). Τοῦ Μ. Βασιλείου λέει «ὀρθοὶ μὲν ποιοῦμεν τὰς εὐχὰς», «Ἀναγκαίως οὖν τὰς ἐν αὐτῇ (σημ. νομίζουμε ἐννοεῖ τὴν Κυριακή) προσευχὰς ἑστῶτας ἀποπληροῦν τοὺς ἑαυτῆς τροφίμους ἡ Ἐκκλησία παιδεύει», καὶ ὁ κ’ λέει «ἑστῶτας ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ Συνόδῳ τὰς εὐχὰς ἀποδιδόναι τῷ Θεῷ».
 
Ὅμως, ὁ Ϥ’ (90ός) Κανόνας τῆς ΣΤ’ Οἰκ. Συνόδου (ποῦ εἶναι καὶ ὁ τελευταῖος σὲ χρονολογικὴ σειρά ἀπὸ τοὺς τέσσερις, καὶ μὲ διαφορὰ πλέον τῶν τριακοσίων χρόνων), ἔχει γενικὸ ἀπαγορευτικὸ τῆς γονυκλισίας λέγοντας σαφέστατα «μηδένα γόνυ κλίνειν», ὁπότε ἀπαγορεύονται καὶ αὐτὲς ἀκόμη οἱ μετάνοιες ἐὰν συνοδεύονται μὲ λύγισμα γονάτων.
 
Τώρα δημιουργεῖται ἡ ἀπορία: γιατὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος λέει «Σημείωσαι δὲ ὅτι ὁ παρὼν Κανὼν δὲν λέγει διὰ τὰς γονυκλισίας, τὰς παρ’ ἡμῶν κοινότερον ὀνομαζομένας μεγάλας μετανοίας, αἵτινες καὶ προσπτώσεις κυρίως ὀνομάζονται», ἀφοῦ ὅπως εἴπαμε ὁ Ϥ’ (90ός) Κανόνας τῆς ΣΤ’ Οἰκ. Συνόδου ἔχει γενικὸ ἀπαγορευτικό;
 
Πρὶν ἀπαντήσουμε θὰ θέλαμε νὰ κάνουμε μιὰ παρένθεση σχετικὰ μὲ τὴν δομὴ τοῦ Πηδαλίου στὸν κ’ Κανόνα. Δηλαδὴ πρωτότυπο κείμενο, ἐρμηνεία, συμφωνία, ὑποσημείωση. Λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος[30]: «ὁ Ἕλλην[31] καὶ ἀπερίεργος, ἀναγινώσκει μόνον τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον τοῦ Κανόνος καὶ εὐχαριστεῖται. Ὁ ἁπλοῦς[32] καὶ ἀπερίεργος ἀναγινώσκει τὴν ἑρμηνείαν μοναχὴν, καὶ ἀρκεῖται. Ὁ περίεργος, ἀναγινώσκει καὶ τὴν συμφωνίαν καὶ ἀναπαύεται. Ὁ περίεργος καὶ κατὰ πολλὰ φιλόπονος, ἀναγινώσκει ἀκόμι καὶ τὴν ὑποσημείωσιν καὶ ἡδύνεται». Δηλαδὴ ἂν ἤμασταν ἀπερίεργοι (κατὰ τὸ ἀπερίεργος ὑπακοή, ἐν προκειμένῳ στὴν Ἐκκλησία), τὸ πρωτότυπο κείμενο ἢ καὶ ἡ Ἐρμηνεία θὰ μᾶς ἔφθαναν[33]. Ἐμεῖς ὅμως ἐπειδὴ ἀναλάβαμε νὰ ἀντικρούσουμε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Σεβ.  προσπαθοῦμε νὰ ἀναλύσουμε καὶ τὴν ἐρώτηση τῆς προηγούμενης παραγράφου ἡ ὁποῖα ὡς προείπαμε βρίσκεται σὲ ὑποσημείωση τῆς «Συμφωνίας».
 
Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῆς προηγούμενης παραγράφου εἶναι εὔκολη ἐφόσον φυσικὰ διαβάσουμε ὅλο τὸ κείμενο καὶ ὄχι μόνο τὰ ἐδάφια ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρουν. Κατὰ τὴν γνώμη μας, ὁ Ἅγιος Νικόδημος στὸ μέρος τῆς ὑποσημείωσης ποῦ βρίσκεται καὶ τὸ ἐπίμαχο θέμα δὲν γράφει γενικὸ ἄρθρο περὶ γονυκλισίας, ἀλλὰ σημειώνει παρατηρήσεις γιὰ τὸν «παρόντα Κανόνα». Συνεπῶς οὐδεμία ἀπορία ὑπάρχει.
 
Παρόμοια νὰ προσθέσουμε ὅτι ὅταν μιλάει ὁ Ἅγιος Νικόδημος γιὰ τὰ ἱερὰ ἄσματα π.χ. «Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ», λέει ἀκριβῶς γιὰ αὐτὰ τὰ ἱερὰ ἄσματα, ὅτι δηλαδή, ἀπὸ ὅτι καταλαβαίνουμε, τὰ ἱερὰ αὐτὰ ἄσματα δὲν ἐμποδίζουν τὶς μεγάλες γονυκλισίες (ποῦ λέγονται καὶ προσπτώσεις) ὅταν γίνονται χάριν ἀσπασμοῦ, καὶ ὅντως ἔτσι εἶναι (ἄν ἐρμηνεύσουμε τὰ ἄσματα).
 
Ὅμως  σύμφωνα μὲ τὴν ἀνάλυση τῶν προηγούμενων παραγράφων μας,  ἀφοῦ ὁ Ϥ’ (90ός) Κανόνας τῆς ΣΤ’ Οἰκ. Συνόδου ἀπαγορεύει ρητὰ τὴν γονυκλισία (καὶ εἶναι μακρὰν ὁ τελευταίος τῶν τεσσάρων Κανόνων), εἶναι ἀντικανονικὴ τυχὸν γονυκλισία κατὰ τὸ ψάλσιμο αὐτῶν τῶν ἱερῶν ἀσμάτων (ἐννοεῖται τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς). Σημείωσε, ὅτι καὶ πάλι δὲν ἐρχόμαστε σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἅγιο Νικόδημο, γιατὶ νὰ τὸ ἐπαναλάβουμε, δὲν γράφει στὸ Πηδάλιο - κατὰ τὴν γνώμη μας - ἄρθρο περὶ γονυκλισίας γιὰ νὰ κάνει τὶς παρατηρήσεις του βάσει ὅλων τῶν Κανόνων.
 
Τώρα μπορεῖ νὰ ρωτήσει κανείς; Τότε γιατὶ ἔβαλαν οἱ Ἅγιοι αὐτὰ τὰ ἱερὰ ἄσματα; Ἡ ἐξήγηση εἶναι εὔκολη: οἱ Ἅγιοι δὲν ἔκριναν σωστὸ νὰ ἀφαιροῦν αὐτὰ τὰ λόγια ἀπὸ τὶς Κυριακές (ἡ πνευματικὴ ἄλλωστε γονυκλισία εἶναι ἀνώτερη τῆς σωματικῆς), καὶ ἐπίσης παλιὰ ὁ κόσμος ἐκκλησιαζόταν κάθε ἡμέρα (ἀκόμη καὶ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, δηλαδὴ περὶ τὰ 1800) παρότι ἀγράμματοι[34], καὶ μάλιστα πρωΐ-βράδυ ὁπότε εἶχαν ἔξι ἡμέρες τὴν ἐβδομάδα νὰ γονατίζουν (ὅπως φαίνεται καὶ στὸν Ϥ’ (90όν)  Κανόνα τῆς ΣΤ’)[35].
 
Ἐπιπλέον σημείωσε ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος (ὁ ὁποῖος ἔχει δική του Θεία Λειτουργία ποῦ φυσικὰ περιλαμβάνει τὸ «Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ») λέει σαφέστατα στὸν Κανόνα του «ὀρθοὶ μὲν ποιοῦμεν τὰς εὐχάς» καὶ «τὸ ὄρθιον σχῆμα τῆς προσευχῆς προτιμᾶν οἱ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας ἡμᾶς ἐξεπαίδευσαν».
 
Ἔτσι δυνάμεθα φυσικὰ νὰ ποῦμε ὅτι ὁ ἀθετῶν τὸ ὄρθιον σχῆμα τῆς προσευχῆς (ἐννοεῖται τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς), ἀθετεῖ καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας.
 
Συνεπῶς τώρα ἀπομένει νὰ ἀναφερθοῦμε στὸν ι’ Κανόνα τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ[36], τοῦ ὁποίου ἀναφορὰ κάνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος καὶ στὴν ὑποσημείωση τῆς Συμφωνίας τοῦ κ’ Κανόνος τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου χάριν ἐρμηνείας.
 
Ὁ ι’ Κανὼν τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου ἔχει ὡς ἐξῆς[37]: «Πρέπει νὰ κλίνῃ τινὰς γόνυ χάριν ἀσπασμοῦ ἐν τῇ Κυριακῇ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ Πεντηκοστῇ, ὄχι ὅμως καὶ νὰ κάμνῃ τὰς συνήθεις γονυκλισίας». Νὰ σημειώσουμε ὅτι αὐτὸς ὁ Κανὼν δὲν ἔχει βεβαιωθεῖ ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο[38].
 
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος στὴν ἐπεξήγηση αὐτοῦ τοῦ Κανόνος, λέει ὅτι «αἱ μὲν συνήθεις γονυκλισίαι εἶναι ἐκεῖναι ὁποῦ γίνονται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν τεσσαρακοστὴν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐμποδισμέναι νὰ μὴ γίνωνται ἐν Κυριακῇ (καὶ ἐν Σαββάτῳ κατὰ τὸν τύπον τῆς Ἐκκλησίας), ὡς μανθάνομεν, εἰς τὰ Σάββατα ὅλα τῆς τεσσαρακοστῆς». Ἐπίσης λέει ὅτι αἱ χάριν ἀσπασμοῦ γινόμεναι γονυκλισίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι αἱ μετάνοιαι ὁποῦ βάλλουν οἱ Ἀναγνῶσται εἰς τοὺς χορούς, ἢ οἱ Ἱερεῖς εἰς τὸν Ἠγούμενον καὶ Ἀρχιερέα φιλοῦντες τὰς χεῖρας αὐτῶν[39], γίνονται καὶ ἐν Κυριακῇ καὶ ἐν τῇ Πεντηκοστῇ.
 
Ἐπίσης στὴν ἐπεξήγηση τοῦ κ’ Κανόνος τῆς Α’, ἀναφέρεται στὸν Κανόνα τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου λέγοντας, ἀπὸ ὅτι καταλαβαίνουμε, ὅτι τὶς γονυκλισίες «τὰς παρ’ ἡμῶν κοινότερον ὀνομαζομένας μεγάλας μετανοίας, αἵτινες καὶ προσπτώσεις κυρίως ὀνομάζονται»[40], ὅταν γίνονται χάριν ἀσπασμοῦ ἁγίων εἰκόνων καὶ μάλιστα Αὐτῶν Τῶν φρικτῶν Μυστηρίων (ἐδὼ, ὅταν ἀναφέρεται στὰ φρικτὰ Μυστήρια, μιλάει γιὰ τὴν στιγμὴ λίγο πρὶν, π.χ. ἕνα-δύο βήματα, προσέλθουμε γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία, καὶ δὲν ὀμιλεῖ ἐδὼ περὶ γονυκλισίας στὸ «Τὰ Σὰ ἐκ Τῶν Σῶν») δὲν τὶς ἐμποδίζει ὁ ι’ Κανὼν τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου.
 
Σὺν τὰ ἀνωτέρω, ὁ ι’ Κανὼν τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου ἀπαγορεύει τὸ γονάτισμα στὸ «Τὰ Σὰ ἐκ Τῶν Σῶν» (ἐννοεῖται τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς), ἐπειδὴ ἐπιτρέπει μόνο τὸ λύγισμα τῶν γονάτων (καὶ ὄχι τὸ γονάτισμα) καὶ αὐτὸ μόνον ὅταν γίνεται χάριν ἀσπασμοῦ. Καὶ ἐπίσης, ὡς προείπαμε, τὸ τυχὸν γονάτισμα ἢ καὶ τὸ ἀπλὸ λύγισμα τῶν γονάτων στὸ «Τὰ Σὰ ἐκ Τῶν Σῶν» εἶναι χάριν προσευχῆς καὶ ὄχι χάριν ἀσπασμοῦ.
 
Ἐπίσης νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Σεβ. δὲν χρησιμοποιεῖ καθόλου τὸν ι’ Κανόνα τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου, ἀπλὰ σημειώνει σὲ ὑποσημείωση τὴν ὑποσημείωση τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου στὴν ὁποῖα κάνει ἀναφορὰ σὲ αὐτὸν τὸν κανόνα (ἴδε ἀνωτέρω τὴν θέση τοῦ β. ἐπιχειρήματος).  
 
Πρὶν κλείσουμε μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, νὰ ἐπαναλάβουμε ὅτι αὐτὸς ὁ Κανὼν δὲν ἔχει βεβαιωθεῖ ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, καὶ ὡς ἐκ τούτου νομίζουμε ὅτι δὲν ἔχει οἰκουμενικὴν ἰσχύν[41].
 
Συνεπῶς νομίζουμε δὲν πρέπει οὔτε χάριν ἀσπασμοῦ νὰ κλίνουμε γόνυ, τουλάχιστον ἐξαιτίας τοῦ σαφέστατου ἀπαγορευτικοῦ περὶ οἰασδήποτε γονυκλισίας τοῦ Ϥ’ (90οῦ) Κανόνος τῆς ΣΤ’ Οἰκ. Συνόδου. Ἐὰν βέβαια κάποια Σύνοδος τὸν ἐπιβεβαιώσει καὶ τὸν ἐπικυρώσει (τὸν Κανόνα τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου) τότε ἂν μπορέσουμε θὰ ξαναμιλήσουμε. Σημείωσε ὅμως ὅτι οὔτως ἢ ἄλλως αὐτὸς ὁ Κανὼν δὲν ἐπιτρέπει τὴν γονυκλισία στὸ «Τὰ Σὰ ἐκ Τῶν Σῶν».
 
 
ε. Στὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν χειροτονοῦσαν; Ἔκαναν λάθος οἱ Ἅγιοι;
 
Γιὰ τὴν Χειροτονία θὰ δανειστοῦμε τὰ λόγια τοῦ Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστοδούλου[42]: «Τέλος τό ἐπιχείρημα ὅτι κατά τίς χειροτονίες πού συνήθως τελοῦνται τίς Κυριακές γονατίζομε, πρέπει νά προσεχθῆ, διότι οἱ σημαντικότεροι ἀρχαῖοι κώδικες δέν ἀναφέρονται σέ γονυκλισία οὔτε τοῦ χειροτονουμένου, οὔτε τοῦ λαοῦ. Ἡ μεταγενέστερη λειτουργική πράξη ἀναφέρει γονυκλισία μόνον τοῦ ὑποψηφίου καί ὄχι τοῦ λαοῦ».
 
Ἐμεῖς νὰ προσθέσουμε ἐπαναλαμβάνοντας (ἴδε τὴν ἀπάντηση στὸ δ.) ὅτι ὁ ὑποφήτης, καὶ μύστης τῶν ἀποκρύφων μυστηρίων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Μέγας Βασίλειος «δὲν ἔκρινεν εὔλογον νὰ ἀναγινώσκωνται αἱ εὐχαί του αὗται ἐν τῇ γ’. ὥρᾳ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεδήμησεν εἰς τοὺς Ἀποστόλους τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Ὄχι· Διὰ τὶ δὲν ἦτο πρέπον, αὐτὸς ὁποῦ ἦτο ὑποφήτης, καὶ μύστης τῶν ἀποκρύφων μυστηρίων τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νὰ καταργήσῃ τὰ πρεσβεῖα, καὶ προνόμια τῆς Κυριακῆς, μεγάλα μυστήρια καὶ λογαριασμοὺς περιέχοντα, ἅπερ αὐτὸς ἐκύρωσε πρότερον, λέγω δὴ τὸ νὰ μὴ κλίνωμεν γόνυ ἐν τῇ Κυριακῇ»[43].
 
Συνεπῶς πρέπον εἶναι εἴτε νὰ καταργηθοῦν ἐντελῶς οἱ γονυκλισίες στὶς Χειροτονίες τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες Πεντηκοστῆς (καὶ νὰ προτιμηθεῖ π.χ. τὸ σκύψιμο τῆς κεφαλῆς μετὰ τοῦ σώματος, γιὰ παράδειγμα σὲ σχῆμα «Γ»), εἴτε οἱ Χειροτονίες νὰ γίνονται ὅταν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοὺς Κανόνες ἡ γονυκλισία[44], ὅπως ἔκανε ὁ Μέγας Βασίλειος γιὰ τὶς εὐχές του.
 
 
στ. Στὴν ἐποχὴ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων δὲν ἐξομολογοῦσαν;
 
Ὁ ια’ Κανὼν τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου λέει «ἐπτὰ ἔτη ὑποπεσοῦνται» καὶ ὁ ιβ’ Κανὼν τῆς αὐτῆς λέει «δέκα ἔτη ὑποπιπτέτωσαν». Ὁ πζ’ Κανὼν τῆς ΣΤ’ Οἰκ. Συνόδου λέει «τριετίαν ὑποπίπτειν», ἀλλὰ καὶ ὁ νδ’ Κανὼν τῆς αὐτῆς λέει «ὑπὸ τὸν ἐπταετίας πίπτειν Κανόνα» (ὁ ὁποῖος νομίζουμε ἔχει «τριετίαν ὑποπίπτειν»). Παρόμοια λένε καὶ οἱ Κανόνες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὡς γνωστὸν ὑπόπτωσις εἶναι ἡ γονυκλισία[45].
 
Δηλαδὴ οἱ γονυκλισίες τῶν ἐξομολογουμένων εἶναι σχεδὸν τίποτα σὲ αὐτὲς ποῦ ὀρίζουν οἱ Κανόνες. Ἀλλὰ τότε τὶ συμβαίνει; Ἔκαναν λάθος οἱ Πατέρες; Ἀσφαλῶς ὄχι.
 
Ἡ λύσις εἶναι ἀπλή. Ὁ κ’ Κανὼν τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου εἶναι ὁ τελευταῖος Κανών της, ὁμοίως καὶ μετὰ τὸν Ϥ’ (90όν) τῆς ΣΤ’ Οἰκ. Συνόδου καὶ μετὰ τὸν Ϥα’ (91ον) Κανόνα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου δὲν γίνεται λόγος γιὰ ὑπόπτωση (γονυκλισία). Σημείωσε δέ, ὅτι καὶ ὁ ιε’ Κανὼν τοῦ Ἁγίου Πέτρου Ἀλεξανδρείας εἶναι ὁ τελευταίος του.
 
Δηλαδὴ βάζοντας οἱ Ἅγιοι τοὺς Κανόνες ποῦ ἀπαγορεύουν τὶς γονυκλισίες, μετὰ αὐτοὺς ποῦ τὶς ἀπαιτοῦν, ἔδειξαν ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις (διὰ Κανόνων) τῆς γονυκλισίας τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς ἀπαγορεύει (αὐτὲς τὶς ἡμέρες) ὅλες τὶς προαναφερθεῖσες γονυκλισίες τῶν διαφόρων προηγηθέντων Κανόνων[46].
 
Συνεπῶς ὁ ἐξομολογούμενος (ἄν τύχει καὶ ἐξομολογηθεῖ Κυριακὴ ἢ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς) δὲν πρέπει νὰ γονατίζει, ἀντ’ αὐτοῦ κατὰ τὴν γνώμη μας, νὰ σκύβει τὸ κεφάλι του μαζὶ καὶ μὲ τὸ σῶμα του ὅσο μπορεῖ (π.χ. σὲ σχῆμα «Γ»).
 
 
* * *
 
 
Ἄρα τὸ θέμα τῆς γονυκλισίας δὲν εἶναι «ἄγραφο τυπικό», ἀλλὰ καταγεγραμμένο μὲ ἀκρίβεια καὶ σαφήνεια. Σύμφωνα δὲ μὲ τοὺς Κανόνες τῶν δύο Οἰκ. Συνόδων καὶ τῶν ἐπικυρωθέντων ὑπὸ Οἰκ. Συνόδων Κανόνων τῶν Ἁγίων Πέτρου Ἀλεξανδρείας καὶ Μεγάλου Βασιλείου ἀπαγορεύεται σαφέστατα ἡ γονυκλισία κατὰ τὶς Κυριακὲς (δηλαδὴ «μετὰ τὴν ἐν τῷ Σαββάτῳ ἑσπερινὴν τῶν ἱερωμένων πρὸς τὸ θυσιαστήριον εἴσοδον, κατὰ τὸ κρατοῦν ἔθος, μηδένα γόνυ κλίνειν μέχρι τῆς ἐφεξῆς κατὰ τὴν κυριακὴν ἑσπέρας») καὶ κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ πιστοὶ ἄς ἀρκοῦνται αὐτὲς τὶς ἡμέρες νὰ σκύβουν τὸ κεφάλι τους ἢ καὶ μετὰ τοῦ σώματος (μὲ ἀλύγιστα τὰ γόνατα)[47], ὅπως κάνουν πολλοὶ μοναχοί, καὶ ἔκαναν μέχρι περίπου καὶ τὰ μέσα τοῦ 20ου αἰώνα (πρὶν τὴν λαίλαπα τοῦ Λειτουργικοῦ «Ἐκσυγχρονισμοῦ», τῆς λεγομένης καὶ «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση»[48]) ὅλοι οἱ Χριστιανοί[49]: «...πρὸ τοῦ 1940, στὸν Βόλο, μιὰ Κυριακὴ... Ὁ ἱεροψάλτης εἶπε μιὰ φορὰ τὸ “Σὲ ὑμνοῦμεν...”, δεύτερη φορά... καὶ τρίτη φορά... Ὁ κόσμος ὅλος παρέμενε συγκινημένος. Εἶχαν σκυμμένα τὰ κεφάλια μέχρι τὸ ἔδαφος. (Τότε δὲν γονάτιζαν οἱ πιστοί.)...»[50].
 
Νὰ σημειώσουμε δὲ ὅτι οὔτε ἕνας Ἅγιος εὐρίσκεται ποῦ νὰ ἐπιτρέπει τὸ γονάτισμα τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς (ἀκόμη καὶ στὸ «Τὰ Σὰ ἐκ Τῶν Σῶν»), ὅλοι ὅμως τὸ ἀπαγορεύουν αὐστηρῶς. 
 
Φυσικὰ θὰ ὑπάρχουν καὶ διάφοροι Χριστιανοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ θελήσουν νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τοὺς Ἁγίους Κανόνες. Ἄς τοὺς ὑπενθυμίσουμε ὅμως ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια καταγκρέμισε Ἀγγέλους ἀπὸ τὸν Οὐρανόν, καὶ αὐτοὺς τοὺς Πρωτόπλαστους ἔδιωξε ἀπὸ τὸν Παράδεισο, καὶ ἐπίσης
 
«ἐν τῇ ὑπερηφανείᾳ ἀπώλεια καὶ ἀκαταστασίᾳ πολλή», Τωβίτ δ’ 13.
 
Ἀπορίας ἄξιον πάντως εἶναι ὅτι στὴν Ἐγκύκλιό του τὸ 2000 («Ἡ κατὰ τὶς Κυριακὲς γονυκλισία») ὁ Ἀρχιεπ. κ. Χριστόδουλος φέρεται νὰ γνωρίζει σχετικὴ εἰσήγηση τοῦ Σεβ. Πατρῶν, παρὰ ταῦτα στὰ Δίπτυχα τοῦ 2003 ἐμφανίζεται ἡ γνωμάτευση τοῦ Σεβ. Πατρῶν (τῆς ὁποίας μόλις ἀντικρούσαμε τὰ ἐπιχειρήματα) μὲ τὴν ὁποῖα ἡ προαναφερθεῖσα Ἐγκύκλιος δὲν συμφωνεῖ.
 
 
* * *
 
 
Σὰν τελευταία ἑνότητα τοῦ ἄρθρου μας, ἄς ἀναφερθοῦμε λίγο καὶ στὴν κατάσταση (ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς γονυκλισίας) στὶς Η.Π.Α. (ἀπὸ ὅτι ἔχω δεῖ ὡς γενικὸ κανόνα σὲ διάφορες ἑνορίες).
 
Δυστυχῶς ἐκεῖ τοὺς Κανόνες δὲν τοὺς ἀκοῦνε γιατὶ γονατίζουν τὶς Κυριακές στὸ «Τὰ Σὰ ἐκ Τῶν Σῶν». Ἐπίσης δὲν ἀνήκουν στὴν μερίδα ποῦ λέει (ἀψηφῶντας τοὺς Κανόνες) νὰ γονατίζουν στὸ «Τὰ Σὰ ἐκ Τῶν Σῶν» ἐπειδὴ δὲν γονατίζουν καθόλου τὶς ἡμέρες τῆς Πεντηκοστῆς (ἐδὼ πράττουν σωστά).
 
Φρικτὸ πάντως εἶναι, ὅπως ἔχω παρατηρήσει, ὅτι μερικοὶ ποῦ γιὰ διαφόρους λόγους δὲν μποροῦν νὰ γονατίσουν (στὸ «Τὰ Σὰ ἐκ Τῶν Σῶν»), κάθονται στὰ καθίσματά τους σκύβοντας τὸ κεφάλι καὶ τὸ σῶμα τους (καὶ αὐτὸ εἶναι σημαντικὸ ποσοστό) γιὰ νὰ μὴν ἐξέχουν τὰ κεφάλια τους, ἀφοῦ σχεδὸν ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα γονατίζει[51]. Πάντως γνώρισα κάποιον ποῦ ἤξερε ὅτι δὲν πρέπει νὰ γονατίζει, καὶ γιὰ νὰ μὴν γονατίσει καθόταν στὸ κάθισμα  (μάλλον γιὰ νὰ μὴν εἶναι ὁ μόνος ὄρθιος)! Ἄλλος πάλι ποῦ ἤξερε ὅτι δὲν πρέπει νὰ γονατίζει, γονάτιζε (πάλι μάλλον ὥστε νὰ μὴν εἶναι ὁ μόνος ὄρθιος)! Συνήθως ἕναν ἢ καὶ δύο βλέπω σὲ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα νὰ μὴν γονατίζουν τὶς Κυριακές.
 
Τὶ ἄλλο νὰ ἀναφέρουμε γιὰ τὴν παρακοή τῶν Κανόνων νὰ γονατίζουν σχεδὸν οἱ πάντες τὶς Κυριακές (πλὴν Πεντηκοστῆς), ἀπὸ ὅλα τὰ ἐκτεθέντα στὸ παρὼν ἄρθρο πέραν τοῦ ὅτι:
 
«ὅστις γὰρ ὅλον τὸν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος», Ἰακ. β’ 10.
 
 
* * *
 
 
Ἐν κατακλείδει νὰ εὐχηθῶ μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους Θεοφόρους Πατέρες τῆς Α’ Οἰκ. Συνόδου «ὑπὲρ τοῦ πάντα ἐν πάσῃ παροικίᾳ φυλάττεσθαι».
 
 
Κυριακή 9/1/2005
 
(Παλαιότερη ἔκδοση: 26/10/2004)
 
 
 
[1] Φυσικὰ θὰ ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλὰ ἐδὼ ἀναφέρω τὸν κανόνα ποῦ ἔχω παρατηρήσει  στὴν πολύχρονη παρουσία μου σὲ διάφορες ἑνορίες στὶς Η.Π.Α..
 
[2] Πηδάλιον, σ. 562, 586, ἐκδ. Παπαδημητρίου.
 
[3] Ἅγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, ἔκδ. 7η, 1997, σ. 73 καὶ σ. 78.
 
[4] Ἱερατικόν σ. 262, Ἔκδ. Α’ 1962, Ἀνατύπ. Ζ’ 2000, Ἔκδ. Ἀποστ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
 
[5] Ὅπως π.χ. ἄλλο ἄνθρωπος καὶ ἄλλο ἄνδρας, ἢ ἄλλο ἔδαφος καὶ ἄλλο βουνό.
 
[6] Πηδάλιον, σ. 575.
 
[7] Πηδάλιον, σ. 150.
 
[8] Πηδάλιον, σ. 643-644.
 
[9] Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἰστορία, σ. 246.
 
[10] Πηδάλιον, σ. 298.
 
[11] Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἰστορία, σ. 247.
 
[12] Πηδάλιον, σ.150-152.
 
[13] Ἁγίου Νεῖλου, Τυπικὴ Διάταξις, Ἔκδ. Ἱερᾶς Βασιλικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Μαχαιρᾶ - Κύπρος, 2001, σ. 70.
 
[14] Ὅπως ἀποδεικνύουμε παρακάτω δὲν πρόκειται περὶ προσκυνηματικῆς γονυκλισίας ἀλλὰ περὶ προσευχῆς.
 
[15] Πηδάλιον, σ. 151.
 
[16] Πηδάλιον, σ. 151.
 
[17] Πηδάλιον, σ. 152.
 
[18] Πηδάλιον, σ. 151.
 
[19] Πεντηκοστάριον, σ. 226, ἐκδ. ΦΩΣ.
 
[20] Ἱερατικόν σ. 259, Ἔκδ. Α’ 1962, Ἀνατύπ. Ζ’ 2000, Ἔκδ. Ἀποστ. Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
 
[21] Τὸ Ἱερατικὸν (σὰν παρένθεση τὸ ἀναφέρουμε) ἔχει καὶ τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο τῆς 9ης Ἰουνίου 1956 (σελ. η’), κατὰ τὴν ὁποῖαν ἡ Ἱ. Σύνοδος «ἐπέστησε τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἀρτιφανοῦς συνηθείας κληρικῶν τινων, ἀναγινωσκόντων μεγαλοφώνως τὰς εὐχὰς τῆς θείας Λειτουργίας, καὶ λοιπῶν Μυστηρίων, παρὰ τὰ ἐν τοῖς λειτουργικοῖς οἰκείοις βιβλίοις σημειούμενα καὶ διατασσόμενα περὶ «μυστικῆς» αὐτῶν ἀναγνώσεως. Τούτου ἕνεκεν, ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ παρακαλέσῃ Ὑμᾶς, [...], ἵνα, δι’ Ἐγκυκλίου Ὑμῶν, αὐστηρῶς διατάξητε τοῖς παρ’ Ὑμῖν κληρικοῖς, ἵνα ποιῶνται τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὡς εἴρηται Εὐχῶν «μυστικῶς» καὶ οὐχὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ ἐκκλησιάσματος». Δυστυχῶς ὅμως καὶ σὲ αὐτὸ τὸ σημαντικότατο θέμα, ἡ ἀνυπακοὴ βασιλεύει σὲ σημεῖο ὥστε «Κάθε πέρσι καὶ πιὸ Ὀρθόδοξα».
 
[22] Συνεδρίαν τῆς 11ης Δεκεμβρίου 2003, ἴδε περιοδ. Συμβολή, τ.5, σ.3.
 
[23] δηλαδὴ νὰ ἀναγινώσκεται μετὰ τὸ προκείμενον τῶν ἀναβαθμῶν τοῦ τυχόντος ἤχου τῆς Κυριακῆς καὶ πρὸ τῶν κανόνων, Περιοδ. Συμβολή, τεῦχος 5, σ. 3-6.
 
[24] Πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, «Τὰ Λειτουργικὰ καὶ Λειτουργιολογικὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου» (Πάρος 2000), Ἀνάτυπον ἀπὸ τὸν τόμο «Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος», Πρακτικὰ Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου (Πάρος 29/9 - 4/10/1998).
 
[25] Ἀλλὰ καὶ βάσει τῶν Διπτύχων τοῦ 2003 (!) φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει μετατεθεῖ, καθότι στὴν σ. 198 λέει ὅτι ἡ ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ «ψάλλεται συνήθως» μετὰ τὴν εὐχὴ ἀπολύσεως τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Πεντηκοστῆς.
 
[26] Δίπτυχα 2003, σ. ρβ’, 4η γραμμὴ ἀπὸ τὸ τέλος.
 
[27] Πηδάλιον, σ. 151.
 
[28] Οἱ μεγάλες μετάνοιες, οἱ ὁποῖες λέγονται καὶ προσπτώσεις, περιγράφονται ὡς ἐξῆς: ἐνῶ εἴμαστε ὄρθιοι, κάνουμε τὸν σταυρό μας, γέρνουμε τὸ σῶμα μας σὲ σχῆμα «Γ», λυγίζουμε τὰ γόνατα (καὶ χαμηλώνουμε ἔχοντας τὰ χέρια ἐλεύθερα κάτω καὶ λίγο μπροστὰ ἀπὸ τὰ γόνατα) καὶ πέφτουμε μπροστὰ (ἔχοντας τὰ γόνατα τελείως λυγισμένα) ἀκουμπῶντας πρῶτα τὰ χέρια στὸ ἔδαφος (λίγο μπροστὰ ἀπὸ τὰ γόνατα ὥστε νὰ μπορέσουμε ἀργότερα νὰ κύψουμε εὔκολα), καὶ μετὰ τὰ χέρια ἀκουμποῦν (σχεδὸν ἀμέσως) καὶ τὰ γόνατα στὸ ἔδαφος, καὶ κύπτουμε μὲ τὸ κεφάλι (μὲ προσοχὴ φυσικὰ μὴ χτυπήσουμε) πρὸς τὸ ἔδαφος λυγίζοντας τοὺς ἀγκώνες μας. Μετὰ, τὸ σήκωμα γίνεται μὲ τὶς ἀντίστροφες κινήσεις, καὶ ἀφοῦ ἀνορθώσουμε τὸν ἑαυτό μας ἐπαναλαμβάνουμε τὴν μετάνοια ὅσες φορὲς ἐπιθυμεῖ ὁ καθένας.
 
[29] Πηδάλιον, «μετὰ τὴν ἐν λυχνικῷ εἴσοδον αὖθις τὰ γόνατα κάμπτοντες, οὕτω τὰς εὐχὰς τῷ Κυρίῳ προσάγομεν», σ. 298, ἐπίσης σ. 299 ὑποσημ. (1), σ. 151-152.
 
[30] Πηδάλιον, σ. ιστ’.
 
[31] Ἐδὼ μὲ τὸ Ἕλλην νομίζουμε ἐννοεῖ τὸν κατέχοντα τὴν ἀρχαῖα Ἑλληνικὴ γλῶσσα.
 
[32] Μὲ τὸ ἀπλοῦς ἐδὼ νομίζουμε ὅτι ἐννοεῖ τὸν ἔχοντα δυσκολία νὰ κατανοήσει τὴν ἀρχαῖα Ἑλληνικὴ γλῶσσα.
 
[33] Μὲ αὐτὸ δὲν ἐννοοῦμε ὅτι ἔπραξε κακῶς ὁ Ἅγιος Νικόδημος βάζοντας τὶς ὑποσημειώσεις. Ὁ Ἅγιος πολὺ καλὰ ἔπραξε γιὰ νὰ ἀναλύσει λίγο παραπάνω ὅπου ἔκρινε χρήσιμο. Ἀπλὰ θέλουμε νὰ καυτηριάσουμε τὸ γεγονὸς ὅπου μερικοὶ προσπαθοῦν μὲ διάφορες ἀποσπασματικὲς ἀναφορὲς νὰ ἀλλοιώσουν (στὴν πράξη) τοὺς σαφέστατους Κανόνες.
 
[34] Σημείωσαι ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀγράμματοι ἐκκλησιάζονταν κάθε ἡμέρα, ἀκούγοντας τὰ Εὐαγγελικὰ καὶ Ἀποστολικὰ ἀναγνώσματα μόνο στὴν εὐλογημένη ἀρχαῖα Ἑλληνικὴ γλῶσσα ποῦ ὅ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπέλεξε.
 
[35] Ἀπορίας ἄξιον εἶναι γιατὶ οἱ Ἱερεῖς γενικὰ δὲν λειτουργοῦν καθημερινὰ καὶ πρωΐ-βράδυ (ἰδιαίτερα στὶς Η.Π.Α., ἀκόμη καὶ σὲ μεγάλες γιορτὲς πολλὲς φορὲς δὲν ἔχουν Ὄρθρο καὶ Θεία Λειτουργία· ὁ Ἑσπερινὸς εἶναι ἀκόμη πιὸ σπάνιος). Ὁ Ὅρθρος μετὰ Θείας Λειτουργίας τὶς καθημερινὲς διαρκεῖ περίπου 2 ὥρες, ὅπως καταλαβαίνουμε καὶ ἀπὸ τὴν μετάδοση τοῦ Ρ/Σ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν Ι.Μ. Ἀσωμάτων Πετράκη, ὁπότε τὶ δικαιολογία νὰ δικαιολογήσει τοὺς Ἱερεῖς; Ἄν τύχει Ἱερεὺς καὶ πεῖ ὅτι δὲν ἔρχεται κόσμος καθημερινά, ἂς αἰσχυνθεῖ ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο ὁ ὁποῖος παρόντος μόνο τοῦ Νεωκόρου στὴν ἐκκλησία, καὶ ἐλειτουργοῦσε ἀλλὰ καὶ ἀνέβαινε στὸν θρόνο του νὰ κυρήξει πρῶτα γιὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ μετὰ γιὰ τὸν νεωκόρο (ἐκκλησίασμα)! Ἐπίσης καλὸ θὰ ἤταν, καθημερινὰ ἂν δὲν ὑπάρχει γιορτὴ νὰ ἀρχίζουν π.χ. στὶς 6 π.μ. οἱ Ἀκολουθίες, ὥστε οἱ εὐλαβεῖς ἐργαζόμενοι νὰ μποροῦν νὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία πρὶν τὴν δουλειά.
 
[36] Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἑορτάζεται κατὰ τὴν ιγ᾿. Μαρτίου καὶ β᾿. τοῦ Ἰουνίου μηνός.
 
[37] Πηδάλιον, σ. 727.
 
[38] Πηδάλιον, σ. ιδ’· ἡ τελευταία Ζ’ Οἰκ. Σύνοδος ἔγινε τὸ 783, καὶ ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἔγινε Πατριάρχης τὸ 815 ἀμέσως μετὰ τὸν Ἅγιον Ταράσιον τὸν ἐν τῇ Ζ’ Συνόδῳ.
 
[39] Πηδάλιον, σ. 727.
 
[40] Νομίζουμε ἀφοῦ μιλάει γιὰ τὶς μεγάλες μετάνοιες, συμπεριλαμβάνει καὶ τὶς μικρὲς μετάνοιες.
 
[41] Ὁ Ἅγιος Νικόδημος στὸ Πηδάλιο γιὰ ἐπὶ μέρους Κανόνες π.χ. τοῦ Τιμόθεου Ἀλεξανδρείας, λέει ἀπὸ ποιὲς Οἰκουμενικὲς Συνόδους ἐπικυρώθηκαν, καὶ καταλήγει «καὶ διὰ τῆς ἐπικυρώσεως ταύτης Οἰκουμενικὴν τρόπον τινὰ ἀναλαμβάνουσι δύναμιν». Ἔτσι νομίζουμε ὅτι οἱ μὴ βεβαιωθέντες ἀπὸ Οἰκ. Σύνοδον Κανόνες δὲν ἀναλαμβάνουν Οἰκουμενικὴν δύναμιν. 
 
[42] «Ἡ κατὰ τὶς Κυριακὲς γονυκλισία», Ἐγκύκλιος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστοδούλου, 1/1/2000.
 
[43] Πηδάλιον, σ. 151.
 
[44] δὲς ἐπίσης Πηδάλιον, σ. 438, ὑποσημείωση (2).
 
[45] Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἰστορία, σ. 109.
 
[46] Πρὸς τούτοις σημείωσε καὶ τοῦ ἱερομονάχου Ματθαίου τοῦ Βλαστάρεως (1335): «καθ’ ἐκάστην ἑκατὸν μετανοίας, ἔξω μόνον τὸ Σάββατον καὶ τὴν Κυριακήν», Πηδάλιον, σ. 708.
 
[47] Δὲς ἐπίσης, «Ἡ κατὰ τὶς Κυριακὲς γονυκλισία», Ἐγκύκλιος τοῦ Μακ. Ἀρχιεπ. Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστοδούλου, 1/1/2000.
 
[48] Εἰσαγόμενος ἐκ τῆς Δύσεως ὁ ὅρος, ἐκ τοῦ «liturgical renewal».
 
[49] Στὰ χωριὰ πάντως, ὁ Λειτουργικὸς ...«Ἐκσυγχρονισμὸς» ἄργησε νὰ φτάσει, καθότι ἐγὼ θυμᾶμαι ὅταν ἤμουν μικρὸς (τὸ ’80), μόνο μιὰ γυναῖκα γονάτιζε, ἀπὸ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα, τὶς Κυριακές!
 
[50] Τὸ ἀπόσπασμα, τὸ λάβαμε ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Πρωτοπρ. Στεφ. Κ. Ἀναγνωστόπουλου, Ἐμπειρίες κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία (Πειραιᾶς 2002), σ. 385. Ἐμεῖς νὰ ποῦμε ὅτι ὄχι μόνο τότε δὲν γονάτιζαν οἱ πιστοί, ἀλλὰ καὶ τώρα (ὅπως τὸ ἀποδείξαμε βάσει τῶν Κανόνων) δὲν πρέπει νὰ γονατίζουμε, ἀλλὰ νὰ μιμούμαστε αὐτοὺς ποὺ «εἶχαν σκυμμένα τὰ κεφάλια μέχρι τὸ ἔδαφος»! Ὁ σεβαστὸς πρωτοπρ. Στέφανος στὴν σ. 259 τίθεται ὑπὲρ τοῦ γονατίσματος τὴν Κυριακή (κάτω ἀπὸ ὀρισμένες βιωματικὲς καὶ ψυχοσωματικὲς καταστάσεις), τὸ ὁποῖο ὅμως ὡς προείπαμε καὶ ἀποδείξαμε, ἀπαγορεύεται ρητῶς ἀπὸ τοὺς Κανόνες, καὶ πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις.
 
[51] Τὸ θέμα γίνεται δυσκολώτερο, καθότι στὴν Ἀμερικὴ κατὰ κανόνα, τὸ ἐκκλησίασμα ὄλο μαζῖ σηκώνεται, καὶ ὅλο μαζὶ κάθεται, καθὼς ἡ πλειονότητα (εἰδικὰ δεύτερες καὶ ἄνω γενιές) δὲν φαίνεται νὰ γνωρίζει πότε (καὶ γιατί) σηκωνόμαστε καὶ πότε (καὶ γιατί) καθόμαστε καὶ συνήθως πληροφοροῦνται ἀπὸ τὸν ἱερέα ποῦ σηκώνει ἢ κατεβάζει διακριτικὰ τὸ χέρι του.
 
 

 

Δέσποτα πολυέλεε, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, καὶ συγχώρησέ μας τὶς πολλὲς καὶ θανάσιμες ἁμαρτίες, γιὰ χάρη τῆς Ὑπεραγίας Μητρός Σου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων Σου, καὶ τῶν Ἁγίων ποὺ ἔζησαν καὶ εὐαρέστησάν Σε εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ γιὰ χάρη ὅσων Ἁγίων ἔχεις τὴν σήμερον (Ἐσὺ γνωρίζεις) στὴν πατρίδα μας Ἑλλάδα, καὶ προσεύχονται ὑπὲρ τῆς σωτηρίας ἡμῶν, καὶ ἀξιώσέ μας τῆς Οὐρανίου Σου Βασιλείας.

Χάρισέ μας ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἀγάπη, συγχώρηση, ἐλεημοσύνη, ταπεινοφροσύνη, μετάνοια, καὶ ἐξομολόγηση, καὶ ἀποφασιστικότητα καὶ Χάρη νὰ κόψουμε τὶς θανάσιμές μας ἁμαρτίες.

Φώτισέ μας νὰ πορευόμαστε πάντα στὸ Ἅγιο Θέλημά Σου, νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές Σου ποὺ μᾶς ἄφησες στὴν Καινή Σου Διαθήκη καὶ ἐκ τῶν λόγων Σου καὶ ἐκ τῶν λόγων τῶν Ἀποστόλων Σου, καὶ νὰ τηροῦμε τὶς ἐντολές τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας Σου, καὶ τῶν Ἁγίων Σου, καὶ νὰ μὴν ἐκκλίνουμε δεξιὰ ἢ ἀριστερά τῶν ἐντολῶν Σου.

Ποίησον ἡμᾶς θερμοὺς Χριστιανούς, καὶ μὴ χλιαρούς, τοὺς ὁποίους ἀποστρέφεσαι. 

Γνώρισέ μας τὸν ἀόρατο πόλεμο τῶν λογισμῶν, καὶ τὶς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ διαβόλου, καὶ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.

Φώτισε ἐν γένει τοὺς ἄρχοντές μας, τὸν Πρόεδρο, τὸν Πρωθυπουργό, τοὺς Ὑπουργούς, τοὺς Βουλευτές, τοὺς Δημάρχους, νὰ πράττουν τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιόν Σου, καὶ νὰ κρατήσουν τὴν Ἑλλάδα μας Ὀρθόδοξη ὡς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν.

Φώτισε τοὺς Ἐπισκόπους μας νὰ νοιάζονται γιὰ τὸ Ποίμνιο ποὺ τοὺς ἀνέθεσες καὶ τὴν πνευματική του πρόοδο, νὰ περιοδεύουν ποιμαντικῶς στὰ χωριὰ καὶ στὶς πόλεις, νὰ τὸ κατηχοῦν (καὶ μὲ τὸ παράδειγμά τους) στὶς Ἐντολές Σου, καὶ νὰ τὸ φυλάττουν ἀπὸ τὶς αἱρέσεις.

Φώτισε τοὺς Ἱερεῖς μας νὰ νοιάζονται γιὰ τὴν Ἐνορία ποὺ τοὺς ἀνέθεσες, νὰ εἶναι φιλακόλουθοι, καὶ νὰ κατηχοῦν (καὶ μὲ τὸ παράδειγμά τους) τοὺς ἐνορίτες στὶς Ἐντολές Σου.

Τὴν Ποίμνην Σου τὴν Ὀρθόδοξον διαφύλαττε, ἐκ λύκων λυμαινομένων αὐτήν.

Διαβάστε περισσότερα: Προσευχή υπέρ των Ορθοδόξων Χριστιανών, και της Πατρίδος μας

ἀπὸ τὸ βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου Λόγοι Α' - Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἔκδ. δ' 2002, Ἱεροῦ Ἠσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστῆς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, σ. 157-176.

«Ἀπὸ τὴν κοσμικὴ καλοπέραση, ἀπὸ τὴν κοσμικὴ εὐτυχία, βγαίνει τὸ κοσμικὸ ἄγχος»

«Πᾶνε νὰ ἠρεμήσουν οἱ ἄνθρωποι εἴτε μὲ ἠρεμιστικὰ εἴτε μὲ θεωρίες γιόγκα, καὶ τὴν πραγματικὴ ἠρεμία, ποὺ ἔρχεται, ὅταν ταπεινωθῆ ὁ ἄνθρωπος, δὲν τὴν ἐπιδιώκουν, γιὰ νὰ ἔρθη ἡ θεία παρηγοριὰ μέσα τους»

«Ὅταν δοῦμε ἄνθρωπο μὲ μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ τὰ ἔχει ὅλα - τίποτε δὲν τοῦ λείπει, πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός»

«Στὴν πνευματικὴ ζωὴ θέλει προσοχή. Ὅταν οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι κινοῦνται ἀπὸ κενοδοξία, μένουν μὲ ἕνα κενὸ στὴν ψυχή τους. Δὲν ὑπάρχει τὸ πλήρωμα, τὸ φτερούγισμα τῆς καρδιᾶς καί, ὅσο μεγαλώνουν τὴν κενοδοξία τους, μεγαλώνει καὶ τὸ κενὸ μέσα τους καὶ περισσότερο ὑποφέρουν. Ὅπου ἄγχος καὶ ἀπελπισία, ἐκεῖ ταγκαλίστικη πνευματικὴ ζωή. Γιὰ τίποτε νὰ μὴν ἔχετε ἄγχος. Τὸ ἄγχος εἶναι τοῦ διαβόλου. Ὅταν βλέπετε ἄγχος, νὰ ξέρετε ὅτι ἐκεῖ ἔχει βάλει τὴν οὐρά του τὸ ταγκαλάκι»

«Ὅταν νιώθουμε στὸν ἀγώνα μας ἄγχος, νὰ ξέρουμε ὅτι δὲν κινούμαστε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τύρρανος νὰ μας πνίγη. [...] Ὁ Χριστὸς ὅλο ἀγάπη, καλωσύνη καὶ παρηγοριὰ εἶναι καὶ ποτὲ δὲν πνίγει, ἀλλὰ ἔχει ἄφθονο πνευματικὸ ὀξυγόνο, θεία παρηγοριά»

Διαβάστε περισσότερα: Ἀπλοποιῆστε τὴν ζωή σας, γιὰ νὰ φύγη τὸ ἄγχος (Ἅγιος Γέροντας Παΐσιος)

Η Αρχιλοχίας Βασιλική Πλεξίδα, που σώθηκε από την Παναγία που επικαλέστηκε, από την συντριβή του στατιωτικού ελικοπτέρου στο Σαραντάπορο, μίλησε δημόσια για το θαύμα Της, μετά την λειτουργία στην Παναγία Ακρωτηριανή στην Σέριφο (από τον antenna.gr):

«Με το που αντιλήφθηκα το πρώτο χτύπημα, ασυναίσθητα κατευθείαν έκανα το σταυρό μου και ζήτησα από την Παναγία να με βοηθήσει. Κατευθείαν κατέβηκε, την είδα ολοζώντανη, με ξερίζωσε με το πάτωμα και το κάθισμα μαζί, την ένιωσα την εξύψωση προς τα πάνω και με τοποθέτησε τέρμα πίσω, αριστερά από το ελικόπτερο με μισογυρισμένη (την πλάτη) για να μην θυμάμαι καμία εικόνα».

Παρακάτω, η Αρχιλοχίας, με την αφιέρωση στην Παναγία, της καντήλας με το ομοίωμα του ελικοπτέρου, και της (σχισμένης από το δυστύχημα) στολής που φόραγε όταν την έσωσε η Παναγία.

Διαβάστε περισσότερα: Η Παναγία σώζει την Αρχιλοχία που την επικαλέστηκε, από την συντριβή του ελικοπτέρου

 

Καὶ ποῦ λοιπόν, ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν;
ποῦ προσφύγω; ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι;
τίνα θερμὴν ἕξω βοηθόν,
θλίψεσι τοῦ βίου, καὶ ζάλαις οἴμοι! κλονούμενος;
Εἰς Σὲ μόνην ἐλπίζω,
καὶ θαῤῥῶ καὶ καυχῶμαι,
καὶ προστρέχω τῇ σκέπῃ Σου σῶσόν με.

(ἀπὸ τὴν δ' ᾠδὴν τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνος εἰς τὴν Παναγίαν Μητέρα μας)

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς

 

  

ΑΡΧΙΜ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΒΑΛΛΗΝΔΡΑ

ΟΙ ΨΑΛΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΑΣ

 

(Άρθρο του Μητροπολίτου Πατρών κ. Νικοδήμου Βαλληνδρά, το οποίο δημοσιεύθηκε σε συνέχειες το 1964 στα πρώτα φύλλα της Εφημερίδας «Ιεροψαλτικά Νέα», Μηνιαίου Οργάνου του Πανελληνίου Συνδέσμου Ιεροψαλτών «Ρωμανός ο Μελωδός και Ιωάννης ο Δαμασκηνός». 

 

Είναι βεβαίως γνωστόν ότι, κατά τους ιερούς Κανόνας της Εκκλησίας οι Ψάλται θεωρούνται κατώτεροι Κληρικοί. 

Όπως δε οι ανήκοντες εις τον ανώτερον Κλήρον (Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι) καθίστανται τοιούτοι δια χειροτονίας, παρομοίως και οι αποτελούντες τον κατώτερον Κλήρον λαμβάνουσιν ειδικήν χειροθεσίαν υπό του οικείου Επισκόπου.

Διαβάστε περισσότερα: Οι Ψάλτες κατά τους Ιερούς Κανόνες

Ποιμαντικὴ Ἐγκύκλιος· Περὶ προκλητικῶν ἐνδυμασιῶν καὶ οὐσιαστικοῦ γυμνισμοῦ

τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κοσμᾶ

 

 (Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα «᾿Ορθόδοξος Τύπος», τ. 1747, 8 Αὐγούστου 2008)

 

Ποιμαντικήν εγκύκλιον δια τον σκανδαλισμόν και την πτώσιν, η οποία προκαλείται από τας προκλητικας ενδυμασίας και τον ουσιαστικόν γυμνισμόν, εξέδωσεν ο Μητροπολίτης Αιτωλοακαρνανίας κ. Κοσμάς. Από την προκλητικήν ενδυμασίαν υφίσταται κίνδυνος σκανδαλισμού και ψυχικής απώλειας, τονίζει και επισημαίνει τι και «ό Προφητάναξ Δαυίδ "επεσεν" ένεκα απροσέχτου βλέμματος», ενώ ένας επίγειος άγγελος, ο Άγιος Μαρτινιανός, κλονίστηκε από σατανική πρόκλησι γυναικός». Ο σύγχρονος γυμνισμός, υπογραμμίζει ο σεβ. Μητροπολίτης, «και νεκρούς σκανδαλίζει και μολύνει». Ολόκληρος η ποιμαντική του εγκύκλιος έχει ως ακολούθως:

 

«Τέκνα έν Κυρίω αγαπητά,

Απευθύνομαι σήμερα ώς πνευματικός πατέρας σε όλους τους χριστιανούς της Ιεράς Μητροπόλεως μας, κληρικούς, λαϊκούς, άνδρες, γυναίκες, νέους και νέες και σας παρακαλώ με πόνο νά δεχθήτε την πατρική μου φωνή και τήν κατά Θεόν προτροπή μου.

Γνωρίζετε όλοι σας, πόση αξία έχει γιά τήν πραγμάτωσι του αγιασμού μας και της σωτηρίας μας η εσωτερική καθαρότης, η καθαρότης της καρδίας. Ο Κύριος μας, Ιησούς Χριστός, μέ τήν διδαχή Του εφανέρωσε στους μαθητάς Του και δι' αυτών σε όλο τον κόσμον όλων των αιώνων, την ανάγκη της διατηρήσεως της καθαρότητος του έσω ανθρώπου από τους λογισμούς και τις επιθυμίες.

"Άπό τήν καρδίαν", είπε ο Κύριος "εξέρχονται πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχείες, πορνείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, βλασφημίες" (Ματθ. ιε', 18-19). Το εσωτερικό του ανθρώπου μολύνεται από τον ακάθαρτον οφθαλμόν. "Έάν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όλο το σώμα θα είναι σκοτεινόν, ακάθαρτον" (Ματθ. στ', 23) είπε ό Κύριος.

Η άσεμνη ενδυμασία, τήν οποίαν ο διάβολος μέ τά δικά του όργανα, τον κόσμο και τον εγωισμό μας, επέβαλε στις μέρες μας, μολύνει τον οφθαλμό, το μάτι μας, το βλέμμα μας και στή συνέχεια τον λογισμό, τήν καρδιά μας, τήν επιθυμία.

Σήμερα, αγαπητοί, δέν έχουμε άσεμνη ενδυμασία γύρω μας. Έχουμε τέλειο γυμνισμό. Έχουμε επίδειξη γυμνής σαρκός και τελεία παρακοή του θελήματος τού Θεού.

Διαβάστε περισσότερα: Ποιμαντικὴ Ἐγκύκλιος· Περὶ προκλητικῶν ἐνδυμασιῶν καὶ οὐσιαστικοῦ γυμνισμοῦ

Ἀπὸ τὸ κανάλι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ, ἡ ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου:

 

Η Ακολουθία του Μικρού Αποδείπνου - Ιερά Μονή Μαχαιρά

Ἀπὸ τὸ κανάλι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ, ἡ ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως:

 

Η Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως - Ιερά Μονή Μαχαιρά

Υποκατηγορίες