Ὁ Γέρων Εὐδόκιμος Μοναστερλῆς γεννήθηκε 5 Μαρτίου 1931 στὴν Κόρινθο ἀπὸ γονεῖς πρόσφυγες Μικρασιάτες ἀπὸ τὴν Σμύρνη, τὸν Κωνσταντῖνο καὶ τὴν Αἰκατερίνη. Ἦταν παιδὶ πολύτεκνης καὶ φτωχῆς οἰκογενείας 13 παιδιῶν. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Ἐμμανουήλ. Δεκατριῶν ἐτῶν ἔχασε τὸ πόδι του καὶ τὸ ἕνα μάτι ἀπὸ νάρκη, καὶ ἀργότερα εἶπε «ὁ διάβολος μὲ ἀδίκησε». Στὸ νοσοκομεῖο, στὴν κατοχή, ποὺ πῆγε χτυπημένος ἀπὸ τὴν νάρκη, γνώρισε τὸν μοναχὸ Σάββα ἐκ τῆς Καλύμνου (τὸν Ἅγιον Σάββα ἐκ τῆς Καλύμνου) ὁ ὁποῖος τοῦ προεῖπε ὅτι θὰ γίνει καλὸς ἱερομόναχος. Προτοῦ ἀκόμη χτιστεῖ τὸ μοναστῆρι τοῦ Ἁγίου Παταπίου στὰ Γεράνεια, πήγαινε ἐκεῖ στὸν Ἅγιο τακτικὰ μὲ τὶς πατερίτσες. Σὲ ἠλικία 16 ἐτῶν ἔβαλε ξύλινο πόδι ποὺ δωρίζονταν τότε στοὺς ἀναπήρους καὶ ἄφησε τὶς πατερίτσες. Ἐτῶν 16 ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι του γιὰ τὸν πολυπόθητο μοναχικὸ βίο. Ἡ κουρά του ἔγινε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Δημητρίου στὸ Στεφάνι Κορινθίας (ἀργότερα διετέλεσε καὶ Ἠγούμενος· τώρα εἶναι γυναικεῖο μοναστῆρι), ὅπου χειροτονήθηκε καὶ διάκονος. Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Κορίνθου Μιχαὴλ (μετέπειτα Ἀμερικῆς) ἤθελε νὰ τὸν ἔπαιρνε μαζί του στὴν Ἀμερική, ἀλλὰ ὁ γέροντας δὲν θέλησε. Πῆγε ἐπίσης στὸν Ἅγιον Ὅρος ὅπου καὶ ἔμεινε ἕναν περίπου χρόνο καὶ εἶχε γέροντα τὸν γ. Εὐδόκιμο. Ὁ παπα-Τύχων (γέροντας τοῦ γ. Παϊσίου) τοῦ εἶπε ὅτι ἐσένα Εὐδόκιμε δὲν σὲ προορίζει ὁ Θεὸς γιὰ ἐδώ. Ἀργότερα πῆγε μερικὰ χρόνια ἱεραποστολὴ στὴν Βηρυττό (ἐκεῖ χειροτονήθηκε ἱερέας καὶ ἔλαβε τὸ ὀφφίκιον τοῦ ἀρχιμανδρίτου), ἀπὸ ὅπου συχνάκις ἐπισκεπτόταν τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸν Πανάγιο Τάφο. Πῆγε ἐπίσης στὴν ἱεραποστολὴ στὸν π. Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο στὴν Ἀφρική, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση τοῦ ἰδίου. Πῆγε ἐφημέριος στὴν Μακεδονία στὴν Νάουσα, καὶ ἀργότερα ἐπέστρεψε στὴν Κορινθία ὅπου ἐπὶ 25 ἔτη ἦταν ἐφημέριος στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὸ χωρίον Ἅγιος Βασίλειος. Ζοῦσε ἀσκητικὰ πάνω ἀπὸ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, στὰ Δερβενάκια, στὸ ἐξωκκλήσι τοῦ Ἁγίου Σώζοντος (κάτω ἀπὸ τὸ ἄγαλμα τοῦ Θ. Κολοκοτρώνη). Ἐξομολογοῦσε διαρκῶς τὰ πάμπολλα πνευματικά του παιδιά, καὶ ἐπέστρεφε ψυχὲς στὸν Θεό, μὲ τὰ σωτήρια λόγια του. Ὅτι ὥρα καὶ νὰ ἐρχόντουσαν οἱ προσκυνηταὶ τοὺς ἐξομολογοῦσε. Εἶχε τὸ προορατικὸ καὶ διορατικὸ χάρισμα, τὰ ὁποῖα χαρίσματα φανερώνονταν σὲ πολλούς, παρόλο ποὺ ὁ ἴδιος ἦταν ἄκρως ταπεινός. Ἀργότερα τὸ 1993 ἔκτισε τὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίων Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης στὰ Δερβενάκια Κορινθίας, ὅπου καὶ συνέρρεε πλῆθος κόσμου γιὰ ἐξομολόγηση καὶ νὰ ἀκούσει καὶ νὰ παρηγορηθεῖ ἀπὸ τὰ σοφὰ καὶ πνευματικά λόγια του. Εἶχε ἐπίσης πνευματικὰ παιδιὰ στὴν Ἀμερικὴ, Καναδᾶ καὶ Γερμανία, καὶ τοὺς ἐπισκεπτόταν συχνά. Τελοῦσε καθημερινῶς τὶς ἀκολουθίες καὶ τὴν θεία Λειτουργία. Ἡ φιλοξενία του ἦταν ἀπερίγραπτη καὶ ἡ τράπεζα τῆς Μονῆς ἦταν ἀνοιχτὴ σὲ ὅλους τοὺς προσκυνητές. Εἶχε ἀρκετὲς ἀσθένειες, πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ 13 ἐτῶν ἦταν μὲ ἕνα πόδι καὶ ἕνα μάτι, ζάχαρο γιὰ τὸ ὁποῖο ἔπαιρνε καθημερινῶς ἰνσουλίνη, καρδιά, καὶ τελευταίως προβλήματα μὲ τὸ καλό του μάτι. Προβλέποντας τὸ τέλος του, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τῇ 1ῃ Μαΐου 2004, τῷ Σαββάτῳ ἑσπέρας, πρὸ τῆς Κυριακῆς τοῦ Παραλύτου. Πλῆθος λαοῦ συνέρρευσε στὴν κηδεία του (τόσο κόσμο εἶχα νὰ δῶ στὴν κηδεία τοῦ Κορινθίας Προκοπίου εἶπε μιὰ εὐλαβῆς κυρία) παρότι ἔγινε σὲ διάστημα μικρότερο τῶν 24 ὡρῶν ἀπὸ τὴν κοίμησίν του, ἴσως κατὰ θεία παραχώρηση διότι δὲν θὰ ἔφτανε ὁ τόπος γιὰ νὰ χωρέσει τὸν κόσμο.