Τὰ τρία Ἀμήν (Ἀμήν, ἀμήν, ἀμήν) εἰς τὴν μυστικὴν στιγμὴν τῆς εὐλογήσεως τοῦ Ἁγίου Ἄρτου καὶ τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου

Παν. Δ. Παπαδημητρίου, 8/11/2020  (27/10/2020)

[ἐπηυξημένη γ' ἔκδοση, pdf]

(οἱ εἰκόνες ἀπὸ τὰ διάφορα Εὐχολόγια φαίνονται μόνο στο pdf στο τέλος)

 

 

Ὁ ἱερεύς **· Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν, Σοὶ προσφέρομεν …

Ὁ χορός· Σὲ ὑμνοῦμεν, Σὲ εὐλογοῦμεν, Σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καὶ δεόμεθά Σου, ὁ Θεὸς ἡμῶν.

 

** Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν ταύτην, σύμφωνα μὲ τὴν ἀρχαῖαν καὶ ζῶσαν παράδοσιν μόνον τὸ Σὲ ὑμνοῦμεν ὑπὸ τοῦ Ἱεροψάλτου ἀκούγεται ἐν κατανύξει στὴν ἐκκλησία. Τὰ τρία Ἀμήν εἰς τὴν μυστικὴν στιγμὴν τῆς εὐλογήσεως τοῦ Ἁγίου Ἄρτου καὶ τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου (ποὺ παραδοσιακὰ γίνεται μυστικῶς κατὰ τὴν διάρκεια ποὺ ψάλλει ὁ ἱεροψάλτης τὸ «Σὲ ὑμνοῦμεν»), δὲν ἀνήκουν στὸν κόσμο ἢ στοὺς ἱεροψάλτες διότι δὲν ἔχουν Ἱερωσύνη, ἀλλὰ ἀνήκουν μόνον σὲ ὅσους ἔχουν Ἱερωσύνη ([ΙΕΡ, σ. 126]), καὶ κανονικὰ λέγονται «μυστικῶς» (ἤτοι οὐχὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ) ὑπὸ τοῦ διακόνου, ἐλλείψει δέ αὐτοῦ μόνον ὑπὸ τοῦ ἱερέως.

Δυστυχῶς τὴν σήμερον, ὅτι ἔβλεπα στὴν ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς πρὸ 20ετίας, τὰ βλέπω τώρα στὴν Ἑλλάδα καὶ ἀπὸ «παραδοσιακοὺς» μάλιστα ἱερεῖς (καὶ στὴν Ἀθήνα, καὶ στὴν Πάτρα, καὶ πιστεύω καὶ ἀλλοῦ). Μόνο τὰ φιλιὰ τοῦ λαοῦ (ἄνδρες μὲ γυναῖκες) δὲν ἔχω δεῖ ἀκόμη στὸ «Ἀγαπήσωμεν».

Μερικοὶ θεωροῦν ὅτι μὲ τέτοια τεχνάσματα, ποὺ εἶναι ἀντίθετα τῆς παράδοσής μας, θὰ φέρουν τὸν κόσμο στὴν ἐκκλησία. Αὐτὲς οἱ «λειτουργικὲς ἀναγεννήσεις», ὑπῆρχαν ἀπὸ τὸ πρῶτον ἥμιση τοῦ 20ου αἰώνος, ὑπὸ τὴν ἀνοχὴ τῆς Ἐκκλησίας (1), κυρίως στὶς διάφορες χριστιανικὲς ὀργανώσεις/ ἀδελφότητες. Στὸν 21ο αἰώνα ὅμως βρῆκαν πιὸ πρόσφορο ἔδαφος.

Ὁ κόσμος θὰ ἔρθει στὴν ἐκκλησία, ὄχι ἀλλάζοντας τὴν λατρεία μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἁγία βιωτὴ πρῶτον τῶν Κληρικῶν καὶ ἔπειτα ἡμῶν τῶν λαϊκῶν Χριστιανῶν, «ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς Οὐρανοῖς».

Κατ’ἀρχὴν ἐὰν θέλουμε νὰ εἴμαστε ἀντικειμενικοὶ στὴν μελέτη τῆς Θείας Λειτουργίας, θὰ πρέπει νὰ φέρουμε τὸν ἑαυτό μας στὶς ἐποχές ποὺ γράφτηκαν τὰ διάφορα Εὐχολόγια (Ἱερατικά). Τὸ «ἠλεκτρικὸ» ρεῦμα πρωτο-ἦρθε στὴν Ἑλλάδα τό 1889 για νὰ φωτίσει τὰ ἀνάκτορα, καὶ τό 1929 εἶχαν ἠλεκτροδοτηθεῖ 250 πόλεις μέχρι 5,000 κατοίκους. Στὶς ἐκκλησίες ἐν γένει, προφανῶς, ὅπως καὶ στὰ χωριὰ ἔφτασε πολὺ ἀργότερα. Τό 1950, ὁ ἠλεκτροδοτούμενος πληθυσμός τῆς χώρας ἦταν μόλις στό 50%... Ἄρα ὅλα τὰ Εὐχολόγια (καὶ τὰ Ἱερατικά) γραφτήκανε χωρὶς νὰ λογαριάζεται χρήση μικροφώνου παρὰ τῶν ἱερέων.

Συνεπῶς κλείνουμε τὰ μικρόφωνα τοῦ Ἱεροῦ (2) (ἐκτὸς τῶν «ἐκφώνως»)
(στὶς ἐκκλησίες καὶ στὸν νοῦ μας), καὶ συνεχίζουμε.

Ἐὰν τώρα, ἀνατρέξουμε στὰ Ἱερατικὰ τῶν διαφόρων ἐποχῶν (βλ. τὶς εἰκόνες εἰς τὸ τέλος) ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν ἐποχή μας, μέχρι τὸ παλαιότερο σωζόμενο Ἱερατικόν (Εὐχολόγιον) ποὺ εἶναι τὸ Βαρβερινὸν εὐχολόγιον (Barberini Gr.336), διαπιστώνουμε ὅτι παντοῦ τὰ τρία Ἀμήν καὶ τὰ προηγούμενα εἰς τὴν μυστικὴν στιγμὴν τῆς εὐλογήσεως τοῦ Ἁγίου Ἄρτου καὶ τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, ἀνήκουν στὸν διάκονο, καὶ πρὸ τοῦ 1200 περίπου, μόνον στὸν ἱερέα.

Πιὸ συγκεκριμένα, τὰ Ἱερατικά, τὰ Εὐχολόγια, καὶ τὰ Χειρόγραφα ξεκάθαρα ξεχωρίζουν τὶς ἀποκρίσεις τοῦ λαοῦ (ἤτοι τῶν ψαλτῶν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ λαοῦ), καὶ τὶς ἀποκρίσεις/αἰτήσεις τοῦ διακόνου. Ὁπότε δὲν ὑπάρχει σύγχυσις μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο. Ἐπίσης σὲ χειρόγραφα πρὸ τοῦ 1200, ἐνὼ μαρτυρεῖται αἴτηση διακόνου, καὶ ἀπόκριση λαοῦ ἀλλοῦ, ἐν τούτοις ὁ διάκονος δὲν μαρτυρεῖται (3) (οὔτε φυσικὰ ὁ λαός) εἰς τὰ ἀμὴν εἰς τὴν μυστικὴν στιγμὴν τῆς εὐλογήσεως τοῦ Ἁγίου Ἄρτου καὶ τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, τὰ ὁποῖα τότε λέγονταν μυστικῶς ἀπὸ τὸν ἱερέα (καὶ ὄχι τὸν διάκονο) ὡς κατακλείδα τῆς Εὐχῆς.

Ἔσται ἀμὴν ἱερωσύνης, καὶ ἔσται ἀμὴν λαοῦ. Ὑπάρχουν δηλ. στὴ Θεία Λειτουργία ἀμὴν ποὺ τὰ λέει μόνο ἱερωμένος (4), καὶ ἀμὴν ποὺ τὰ λένε οἱ ἱεροψάλτες ἐπ’ ὀνόματι τοῦ λαοῦ. Μιὰ ἁπλὴ ματιὰ στὰ Ἱερατικά, ἐπιδεικνύει τοῦ λόγου τὸ ἀληθές. Αὐτὰ τὰ ἀμὴν εἰς τὴν μυστικὴν στιγμὴν τῆς εὐλογήσεως τοῦ Ἁγίου Ἄρτου καὶ τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου (ποὺ παραδοσιακὰ γίνεται μυστικῶς κατὰ τὴν διάρκεια ποὺ ψάλλει ὁ ἱεροψάλτης τὸ «Σὲ ὑμνοῦμεν»), εἶναι διὰ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἱερωσύνη, ξεκάθαρα, καὶ ἀπὸ τὴν ἄχρι τῶν ἡμερῶν μας ἀρχαῖα καὶ ζῶσα παράδοση (ποὺ κανονικὰ αὐτὴ μόνο πρέπει νὰ μᾶς φτάνει), καὶ ἀπὸ τὰ Ἱερατικά, Εὐχολόγια, καὶ ἀρχαῖα Χειρόγραφα.

Ἕνα παράδειγμα· μὲ ἀνυπαρξία μικροφώνων, καὶ «μυστικῶς» (5) οἱ Εὐχὲς καὶ τὰ λόγια τῆς εὐλογήσεως ὅπως διατρανώνουν τὰ Ἱερατικὰ καὶ τὰ Εὐχολόγια, πῶς θὰ ἀκούσει ὁ ἱεροψάλτης νὰ ψάλλει (στὸ ὄνομα τοῦ λαοῦ) τὰ Ἀμήν; Δὲν θὰ ἀκούσει. Ἄρα τῆς Ἱερωσύνης αὐτὰ τὰ Ἀμήν. Σημειωθήτω, ὅτι ἐπὶ πλέον, πολὺ σοφὰ ἡ Ἐκκλησία, ἔβαλε τὶς Μυστικὲς Εὐχὲς, καὶ τὴν μυστικὴν Εὐλόγησιν νὰ λέγονται ταυτοχρόνως, ψάλλοντος τοῦ ἱεροψάλτου ἐπ’ ὀνόματι τοῦ λαοῦ.

Ἄλλο παράδειγμα. Δύο δίνουν ἀποκρίσεις Ἀμήν στὴν Θεία Λειτουργία. Ὁ διάκονος (ποὺ ἔχει ἱερωσύνη), καὶ ὁ ἱεροψάλτης (ἐπ’ὀνόματι τοῦ λαοῦ). Τί σημαίνει ὅταν λέει τὸ Ἱερατικόν ὅτι ὁ διάκονος τὸ Ἀμήν; Σημαίνει ὅτι ὁ ἱεροψάλτης δὲν (πρέπει νὰ) ἀκούει τὰ λόγια τοῦ ἱερέως γιὰ νὰ πεῖ Ἀμήν. Ἄρα «μυστικῶς». Ἄρα τῆς Ἱερωσύνης αὐτὰ τὰ Ἀμήν. Σημειωθήτω, ὅτι τὰ τῆς Ἱερωσύνης Ἀμήν, σοφὰ τὰ ἔβαλε ἡ Ἐκκλησία νὰ λέγονται μυστικῶς, ταυτόχρονα ὅταν ψάλλει ὁ ἱεροψάλτης ἐπ’ ὀνόματι τοῦ λαοῦ.

Στὴν ἐκκλησία νομίζω «οἱ ἀρχὲς καὶ οἱ ἐξουσίες» δίνονται ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω (μέχρι τὸν α' βαθμό τῆς Ἱερωσύνης, ἤτοι τὸν Διάκονον), καὶ «γυρίζουν» ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω.

Δηλαδή, ἐὰν δὲν ὑπάρχει ψάλτης, δύναται τὸν ψάλτη νὰ τὸν ἀναπληρώσει ἐπὶ τοῦ ἀναλογίου (ὄχι ἀπὸ τὸ ἱερόν) ὁ διάκονος ἢ ὁ ἱερεύς. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχει ἱερεύς, δὲν γίνεται τὸν ἱερέα νὰ τὸν ἀναπληρώσει οὔτε ὁ διάκονος, οὔτε ὁ ψάλτης ὡς κατώτεροι αὐτοῦ (ὁ δὲ ψάλτης πρῶτον ὡς μὴ ἔχων ἱερωσύνην).

Ἐὰν δὲν ὑπάρχει διάκονος, τὸ Ἅγιον Δισκάριον στὴν Μεγάλη Εἴσοδο θὰ τὸ πάρει (ἐλλείψει διακόνου) ὁ ἱερεύς (καὶ ὄχι ἱερόπαις ἢ νεωκόρος ἢ ψάλτης ἢ ὁ λαός).

Εἰδικὰ δὲ πράξεις/λόγια τῆς Ἱερωσύνης (τῆς ὁποῖας ὁ διάκονος μετέχει στὸν α' βαθμό), ποτὲ δὲν μεταβιβάζονται ἀπὸ μεγαλύτερο σὲ μικρὸτερο βαθμὸ ἱερωσύνης, ποτὲ δὲν μεταβιβάζονται στὸν κατώτερο κλήρο (ἱεροψάλτη), πολλῷ δέ μᾶλλον ποτὲ στὸν λαό (ἐὰν ἀκοῦμε τοὺς ἱεροὺς κανόνες).

Ἐν κατακλείδι, εἴπαμε ὅτι «μυστικῶς» σημαίνει τὸ οὐχὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ. Κυρίως δέ, σημαίνει αὐτὰ τὰ μεγάλα κενὰ ἤχου (πρὸ τοῦ «Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον», πρὸ τοῦ «Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν, πρὸ τοῦ «Χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς» κτλ.) ποὺ ἀκούγονται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Πορφύριο στὴν Θεία Λειτουργία (1977) ποὺ ἐτέλεσε σὲ ἕνα 10x5 ἐκκλησάκι (καὶ ἡ ὁποῖα ἐντελῶς τυχαῖα ἤρθε στὴν ἐπιφάνεια). Αὐτὴ εἶναι ἡ παράδοσίς μας. Καὶ δὲν τρέχει τίποτα, νὰ ἀκουστεῖ καὶ λίγη ἡσυχία/σιωπή στὴν ἐκκλησία, ποὺ συνήθως ὅταν ἀκουστεῖ λίγη σιωπὴ σήμερα, ἐπικρατεῖ πανικός.

 

Ὑποσημειώσεις

(1) Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σὲ κάθε Ἱερατικόν εἶχε στὰ πρώτα φύλλα τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο τῆς 9ης Ἰουνίου 1956, ἀρ.πρωτ. 1353, πρὸς τοὺς Ἀρχιερεῖς ὅπως αὐστηρῶς διατάξουν τοῖς παρ’ αὐτοῖς κληρικοῖς, ἵνα ποιῶνται τὴν ἀνάγνωσιν τῶν μυστικῶν Εὐχῶν «μυστικῶς» καὶ οὐχὶ μεγαλοφώνως. Στὸν 21ο αἰώνα ὅμως αὐτὴ ἡ Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος ἐξέπεσε τοῦ Ἱερατικοῦ.

(2) Ἡ θεία Λειτουργία μὲ τὶς ἀπαραίτητες διευκρινήσεις «μυστικῶς» (ἤτοι οὐχὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ) καὶ «ἐκφώνως», θεσπίστηκε ὅταν τὰ μικρόφωνα δὲν ὐπῆρχαν οὔτε ὡς ἔννοια. Ἕνας ἱερέας ποὺ ἔστω χαμηλοφώνως λέει τὶς Εὐχές, ἀκούγεται «μυστικῶς» ἄνευ μικροφώνου καὶ ἀκούγεται «ἐκφώνως» μὲ τὸ μικρόφωνο.

(3) Barb. Gr. 336, LOC Gr. MS 959, LOC Gr. MS 961, BNF Grec. 392.

(4) Οἱ μόνοι ποὺ ἔχουν ἱερωσύνη στὴν Ὀρθόδοξον ἐκκλησία μας εἶναι ὁ διάκονος (στὸν αʹ βαθ-μό), ὁ ἱερεὺς (στὸν βʹ βαθμό) καὶ ὁ ἐπίσκοπος (στὸν γʹ βαθμό).

(5) Ἤτοι οὐχὶ εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ.

 

Παρατίθενται εἰκόνες ἀπό:

Ἱερατικόν 2000 (αʹ 1962), Ἀποστολικῆς Διακονίας

Εὐχολόγιον τὸ Μέγα 1992 (1862), ἔκδ. Ἀστήρ

Ἱερατικόν 1981 (αʹ 1962), Ἀποστολικῆς Διακονίας

Ἱερατικὸν 1895, Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου

Λειτουργική 1892, Α.Γ. Παλαμᾶ, ἐπανέκδ. Ἀδελφ. Καρτσωναίων 2017

Λειτουργική 1884, π. Π. Ρομπότου - Ἰ.Ε. Μεσολωρᾶ

Εὐχολόγιον τὸ Μέγα 1811

Εὐχολόγιον τὸ Μέγα 1803, Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου

Ἱερατικὸν 1803

Ἱερατικόν 1700

Εὐχολόγιον 1691

Ἱερατικόν 1650 (Ἡ Θεία Λειτουργία)

Εὐχολόγιον 1647 Goar

Εὐχολόγιον 1622

Ἱερατικόν 1600, BSB Cod.graec. 647

Ἱερατικόν 1598, BSB Cod.graec. 345

Εὐχολόγιον 1100-1199 μ.Χ., Ἐθν. Βιβλ. τῆς Γαλλίας BNF Grec 392

Εὐχολόγιον 1000-1199 μ.Χ., Library of Congress MS 961 (Ἁγία Αἰκατερίνη τοῦ Σινᾶ)

Εὐχολόγιον 1000-1099 μ.Χ., Library of Congress MS 959 (Ἁγία Αἰκατερίνη τοῦ Σινᾶ)

Εὐχολόγιον 800 μ.Χ. Barberini Gr. 336 (Βαρβερινός κώδ. 336)

L’ Euchologio Berberini Gr. 336, Stefano Parenti ed Elena Velkovska, Roma 1995.

 

[Ἂν δὲν μπορεῖτε νὰ δεῖτε τὸ κείμενο παρακάτω, μπορεῖτε νὰ κατεβάσετε τό pdf ἀπὸ ἐδώ]