Προς: τον κ. Σταμάτιον Κίσσαν, πρόεδρον και τα μέλη του εν Αθήναις Συλλόγου Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως

Κύριε Πρόεδρε, ευχάριστο μεν, πλην ανυπέρβλητο δε κώλυμα, με εκράτησε μακριά της φιλομούσου ομηγύρεως από την σημερινήν τιμητικήν εκδήλωσιν – Ιωβηλαίον προς τον άρχοντα πρωτοψάλτην της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας κ. Λεωνίδαν Αστέρην, πλην όμως επιθυμώ να γνωρίζετε ότι νοερώς είμαι παρών και σας εκφράζω τα βαθύτατά μου συγχαρητήρια δι’ αυτήν σας την πρωτοβουλίαν. 

Θα ήθελα να αναφερθώ στην μουσική προσωπικότητα του σημερινού τιμωμένου άρχοντος πρωτοψάλτου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας κ. Λεωνίδου Αστέρη, ο οποίος τον παρελθόντα Σεπτέμβριο συνεπλήρωσε ήδη τα 26 πραγματικά συναπτά έτη και ήδη βαίνει στο 27ο έτος αυτή τη χρονιά, έτος, κατά το οποίο συμπληρώνονται 100 έτη από την ανάληψη της πρωτοψαλτείας του μακαριστού προκατόχου του Ιακώβου Ναυπλιώτου. Είμαι δε βέβαιος ότι και με την συμπλήρωση του 30ου έτους θα κληθούμε να εορτάσουμε σε παρόμοια συνάθροιση τον μακροβιότερο πρωτοψάλτη, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, όλων των εποχών του πατριαρχικού αναλογίου.

Όσο αφορά τη μουσική προσωπικότητα του τιμωμένου πρωτοψάλτου, θα ήθελα να επισημάνω ορισμένα συμβάντα τα οποία αναδεικνύουν τη μουσική προσωπικότητα, αλλά και το ήθος του ανδρός.

Από το έτος 1989 και επί μίαν δεκαετίαν, υπήρξα μαθητής, δομέστικος και συνεργάτης του στο πατριαρχικό αναλόγιο αλλά και στον πρεσβυγενή σύνδεσμο Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως, και είχα τη μοναδική ευκαιρία να συναναστραφώ μαζί του συζητώντας επί μακρόν και αντλώντας από την πείραν του, τα πολύτιμα εκείνα στοιχεία που οφείλουν να πλαισιώνουν τον κορυφαίο εκφραστή των πατριαρχικών αναλογίων. Και λέγω οφείλουν, διότι το αξίωμα, ιδιαιτέρως δε του πρωτοψάλτου της Μ. Εκκλησίας είναι μια οφειλή και υποχρέωση κατ’ αρχάς προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην και την Αγίαν και Ιεράν Σύνοδον, οι οποίοι δι’ ιδιαιτέρας εισηγήσεως και αποφάσεως διόρισαν αυτόν, υποχρέωση προς τους διδασκάλους του, συνάμα και προκατόχους του, αλλά και όλους αυτούς τους κρίκους μιας χρυσής αλυσίδας που κόσμισαν τα πατριαρχικά αναλόγια, δημιουργώντας το περίφημο πατριαρχικό ύφος, το οποίο και ενσαρκώνεται μόνον εις τον πάνσεπτον πατριαρχικόν ναόν. Και αυτό, διότι, δεν είναι μόνον αυτή καθεαυτή η ψαλμωδία, αλλά και όλα τα τελούμενα και ασφαλώς ο τρόπος των τελουμένων εν αυτώ.

Εις τον πατριαρχικόν ναόν, όσοι εχρημάτιζαν κανονάρχαι, κατά την περίοδον της εφηβείας και δη της μεταφώνησής των, απολυόταν και επαναπροσελαμβάνοντο, ως βοηθοί ή και δομέστικοι, εάν και εφόσον η φωνή τους παρέμενε κατάλληλος. Έτσι και ο νυν πρωτοψάλτης, εχρημάτισε κανονάρχος τόσο εις τον μακαριστόν πρωτοψάλτην Κωνσταντίνον Πρίγγον, όσο και εις τον μακαριστόν τότε λαμπαδάριο Θρασύβουλον Στανίτσαν. Προηγουμένως όμως, και πριν εισαχθεί εις τον Πατριαρχικόν ναόν, εχρημάτισε κανονάρχης σε άλλες εκκλησίες της αρχιεπισκοπής, με σοβαρούς και εκκλησιαστικούς δασκάλους. Αυτό σημαίνει ότι από μικρή ηλικία είχε τα νάματα, τα οποία απορροφούσε όπως ο σπόγγος όλα τα τελούμενα στον ιερό ναό σε εποχή όπου τόσο το καλλιτεχνικό, όσο και το πνευματικό επίπεδο ήταν ιδιαίτερα υψηλό, επομένως αντίστοιχα και οι απαιτήσεις. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι από τη φοίτησή του ακόμη στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, είχε διακριθεί για την καλλιφωνία του και ήτο γνωστός από τότε στην Ρωμαίικη κοινότητα. Προς απόδειξιν του γεγονότος ότι το έργο του κανονάρχου δεν ήταν στείρα μίμηση αλλά ενσυνείδητη, και εκούσια πράξη, αναφέρω το γεγονός του χρηματικού διλήμματος, όταν προσέφερε ο γνωστός ως παπαΕυθύμ (αποσχισθείς και καθηρημένος πρώην ιερεύς), στον τότε μικρό κανονάρχο Λεωνίδα, υπερδιπλάσια αμοιβή από την μηνιαία απολαβή του, προκειμένου να απαγγείλει το «Άσπιλε» στον υπό κατάληψη ναό του. Ο μικρός κανονάρχος όμως αρνήθηκε πάραυτα.

 

Σε μια ακμάζουσα σε όλες της τις εκφάνσεις κοινότητα, όπως ήτο η ρωμαίικη, προκειμένου να διακριθεί κανείς, θα έπρεπε να είναι όχι απλά προικισμένος, αλλά να πολλαπλασιάσει το φωνητικό του και καλλιτεχνικό τάλαντο, έχοντας τα ώτα του ανοιχτά, σε όλες τις φωνές και ακούσματα της Πόλης, τα οποία ήταν σε αφθονία, αλλά και υψηλού μουσικού επιπέδου.

 

Όσο αφορά τον πολλαπλασιασμό του ταλάντου, η εισαγωγή του πρωτοψάλτου στην λυρική σκηνή της Πόλης, είναι αναμφισβήτητα ένα γεγονός το οποίο σημάδεψε και τη μετέπειτα πορεία του. Το πατριαρχείο αν και ναός με βεβαρυμμένο πρόγραμμα ακολουθιών, ήτο σταθερό. Μου υπέδειξε ο πρωτοψάλτης πρόγραμμα ακολουθιών, το οποίο περιέγραφε λεπτομερώς τον αριθμό των πατριαρχικών χοροστασιών, τόσο εις τον πατριαρχικόν ναόν, όσο και εις την αρχιεπισκοπήν, αλλά και την διάρκεια της κάθε ακολουθίας επί πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄. Οι τότε χοροστασίες του πατριάρχου εκτός πατριαρχικού ναού ήτο 10 και μάλιστα δεν έψαλλαν οι πατριαρχικοί χοροί, αλλά οι ψάλτες του εκάστοτε ναού. Επί της εποχής του νυν και κατά πάντα αξίου πατριάρχου μας, υπερδεκαπλασιάστηκαν οι εξωτερικές χοροστασίες, σε αυτές δε, ψάλλουν λόγω ελλείψεως ψαλτών οι πατριαρχικοί χοροί και εάν προστεθούν και τα ταξίδια της Α.Θ.Π. στο εξωτερικό, όπου σε αρκετά εξ’αυτών συνόδεψε ο πρωτοψάλτης, αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος σε ποσότητα των ψαλτικών ωρών με όλα τα συνεπάγοντα.

Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί, και κατά ομολογία του ιδίου του τιμωμένου, αλλά και κατά διαπίστωση ημετέρα, ότι έψαλλε συνολικά χρονικώς περισσότερο, από ότι οι προκάτοχοί του μακαριστοί Πρίγγος και Στανίτσας μαζί. Εάν λοιπόν δεν μυούταν και δεν εμβάθυνε από ιδιαίτερη αγάπη προς τη φωνή, την ωραία και φυσική φωνή, στην τέχνη της φωνητικής, ίσως σήμερα να μην απολαμβάναμε την εικόνα του έξοχου μουσικού, ο οποίος ουδέποτε δυσκολεύτηκε να φέρει εις πέρας οποιοδήποτε μάθημα, σε οποιαδήποτε τονικότητα, και το σημαντικότερο όλων σε οποιαδήποτε σωματική ή και ψυχική κατάσταση και εάν βρισκόταν, διότι ως γνήσιος καλλιτέχνης, ουδέποτε θέλησε το οιοδήποτε και καθοιονδήποτε τρόπο ανακύψαν πρόβλημα, να μεταφερθεί στο ποίμνιο, ή στο ακροατήριο, το οποίο όπως χαρακτηριστικά λέγει, δεν αφορά.

Από το πλήθος των φωνητικών γνώσεών του, επωφελήθηκαν πολλοί τόσο εν Ελλάδι, όσο και εν Τουρκία. Χαρακτηριστικό όμως είναι το γεγονός κατά το οποίο ο άρχων, νεαρός τότε, αλλά ήδη ασχολούμενος με την φωνητικήν τέχνην, συνήντησε τον μακαριστόν Θρ. Στανίτσα λίγο πριν από την έναρξη πρόβας της χορωδίας του Συνδέσμου Μουσικοφίλων στο Πέραν, να προσπαθεί ανεπιτυχώς να φθάσει κάποιους οξείς φθόγγους, υποβαστάζοντας μία καρέκλα. Όμως, με την οξεία αντίληψή του, ο νεαρός τότε Λεωνίδας, υπέδειξε την αιτία, για την οποία υποβάσταζε ο μακαριστός Στανίτσας την καρέκλα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα έφθανε τελικά επιτυχώς τον ζητούμενο φθόγγο. Ασφαλώς απέσπασε τον έπαινο του δασκάλου του για τις γνώσεις του, αλλά ταυτόχρονα ήτο και σημάδι ευοίωνης ανέλιξής του.

 

Φιλόμουσος ομήγυρις,

 

Η αλήθεια είναι ότι οι γνώσεις της συντριπτικής πλειονότητος των ψαλτών ήτο, και παραμένει πενιχρά ως προς την φωνητικήν τέχνην, τέχνη, για την οποία όπως λέγει και ο τιμώμενος δάσκαλός μας, ήτο φημισμένοι οι αρχαίοι Έλληνες διδάσκαλοι, οι λεγόμενοι φωνασκοί, οι οποίοι δίδασκαν τον τρόπο του ομιλείν αλλά και του άδειν. Είναι μοναδικό το φαινόμενο, να έχει ασχοληθεί ποτέ πρωτοψάλτης, τόσο με την φωνητική τέχνη της ορθοφωνίας, όσο ο Λεωνίδας Αστέρης, γεγονός το οποίο οφείλουμε να μιμηθούμε όλοι οι ενασχολούμενοι με την Ψαλτική Τέχνη. Άπειρα και σοφά τα παραδείγματα του Λ. Αστέρη σχετικά με την αξία της ορθοφωνίας που δεν αποβλέπει, παρά την επιστροφή του ανθρώπου στη φυσική αυτού κατάσταση, από την οποία και εξέπεσε μιμούμενος και όχι μαθητευόμενος, τις περισσότερες φορές, τις ατέλειες και παραλείψεις ακόμη και των μεγάλων δασκάλων.

Δυστυχώς αυτό το πνεύμα επικρατεί εν πολλοίς εν Ελλάδι, και ενώ υπάρχουν εξαιρετικά φωνητικά, αλλά και μουσικά ταλέντα, καταποντίζονται στο βυθό της στείρας μιμήσεως, με τα ολέθρια αποτελέσματά της στατικότητας και μη εξέλιξής τους. Έτσι, ακροώμενοι τα ελάχιστα φωνητικά αρχεία του Ι. Ναυπλιώτη και Κ. Πρίγγου, και ακόμη μη γνωρίζοντας τους ιδίους ως μουσικές προσωπικότητες συνολικά, αλλά και τις συνθήκες ηχογράφησης της κάθε εποχής, εθεώρησαν αυτά ως τις δέκα εντολές του Μωσέως, από τις οποίες δεν έπρεπε να παρεκκλίνουν επ’ουδαμού. Όμως, μουσικόφιλον κοινόν, η αλήθεια είναι πώς εάν ήτο άριστος εκτελεστής ο Πέτρος ο Βυζάντιος, ήτο και ο Γρηγόριος. Εάν ήτο άριστος ο Κωνσταντίνος, ήτο και ο Ραιδεστηνός. Εάν ο Ραιδεστηνός, έτσι και ο Ναυπλιώτης. Εάν ο Πρίγγος, ομοίως και ο Λ. Αστέρης. Και μάλιστα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανεί κανείς τουλάχιστον ισάξιος με προκάτοχό του, εάν αυτός ήτο μεγάλη καλλιτεχνική αξία. Η αλήθεια όμως είναι πως κατά την αγαπημένη ρήση του τιμωμένου «όστις ποιήσει και διδάξει, ούτος μέγας κληθήσεται». Πράγματι, εάν αναλογισθεί κανείς όχι την ηλικία κατά την οποία παραιτήθηκαν προκάτοχοι του Λ. Αστέρη, αλλά την ηλικία από την οποίαν και εντεύθεν εδυσκολεύοντο να ανταποκριθούν από φωνητικής πλευράς επαρκώς στις υποχρεώσεις τους, είτε μόνοι τους, είτε με δομεστίκους, τότε γίνεται αντιληπτή δι’ άλλην μίαν φοράν, το μέγεθος της αξίας του Λ. Αστέρη.

Ήμουν παρών σε γεγονός το οποίο επαναλήφθηκε αρκετές φορές, όταν παροικούντες την Μουσικήν, δεν έδειχναν κατ’αρχάς ικανοποιημένοι, όταν όμως άκουγαν για δεύτερη και τρίτη φορά, αποχωρούσαν πάντοτε ενθουσιασμένοι, αλλά συνάμα απορούντες και αναφωνούντες: «Μα, αυτό είναι το πατριαρχικό ύφος;!, τι μεγαλείο, τι σοβαρότητα, τι κατανυτκικότητα!». Και η απάντηση ήτο πάντοτε σταθερή: «Μάλιστα πάτερ, μάλιστα σεβασμιότατε, μάλιστα κύριε…αυτό είναι το πατριαρχικό ύφος». Τέλος, η έκπληξη γινόταν ακόμη μεγαλύτερη, όταν αναζητούντες το μουσικό κείμενο το οποίο και άκουσαν, ο πρωτοψάλτης με προσήνεια πάντοτε έδειχνε το πράγματι γνωστό στον ευρύ μουσικό κόσμο έργο που ευρίσκετο εις την τρίτομον συλλογήν.

 

Ένα άλλο κεφάλαιο που αφορά όλο τον ψαλτικό κόσμο είναι η προσαρμοστικότητα στην εποχή μας, όσο αφορά την τεχνολογία και τη χρήση της. Είναι πλέον δυνατή η καταγραφή και αποτύπωση των ήχων και διαστημάτων, μέχρι και λεπτομερειών αυτών. Παρά ταύτα, υπάρχουν τάσεις να δημιουργηθεί νέα πράξη, προκειμένου να συμβαδίσει με τη «νέα»θεωρία, ώστε να αμφισβητείται η πράξη ακόμη και αυτών των πατριαρχικών ψαλτών. Σε μια τέτοια πρόκληση του Θεοδοσίου Γεωργιάδη, ο μακαριστός γέρων Ιάκωβος Ναυπλιώτης απήντησε ότι έτσι το είχε ακούσει από το διδάσκαλό του, ο νυν άρχων πρωτοψάλτης όμως, ηχογράφησε ένα από τα «αμφισβητούμενα» μαθήματα, και συγκεκριμένα το «τον δεσπότην και αρχιερέα» εις ήχον βαρύν και η μέτρηση έδειξε ακριβέστατα διαστήματα χρωματικού γένους β΄ ήχου. Αλλά όπως χαρακτηριστικά λέγει και ο ίδιος: «οι ελλίποντες ως προς την πράξιν και την φωνήν, ασχολούνται με την θεωρίαν. Αυτό δεν είναι κακό, αλλά όχι το ζητούμενο…». Και πράγματι, η πράξη είναι το ζητούμενο, και δια της πράξεως, πρέπει να εννοηθεί το τελικό αποτέλεσμα, ήτοι, η ανάδειξη του υμνογραφικού λόγου, απηλλαγμένου από εσφαλμένους παρατονισμούς, πάντοτε όμως εντός του ποιητικώς πεζού ρυθμού, και τέλος, αυτή η κατάνυξη, η θρησκευτικότητα, εν τέλει αυτή η ίδια η προσευχή.

«Τον Δεσπότην και αρχιερέαν» εις τον οικείον τόπον αναμιμνησκόμεθα όλοι, όταν ακούμε την εξαίσια αυτή και πάντοτε από στήθους εκτέλεση, και κατ’ ομολογίαν των διδασκάλων του. Το «Δόξα Σοι Κύριε δόξα Σοι» μετά το ευαγγέλιο, αλλά και τα χερουβικά, ιδιαιτέρως αυτά των πατριαρχικών και συνοδικών λειτουργιών, όπου στην προεισαγωγή του ύμνου, δημιουργούνται μελωδίες, δια των οποίων διαισθανόμαστε ποικίλα όσα αισθήματα σε εκείνο το πρώτο 10λεπτο της ώρας. Αλλά και τα δοξαστικά Τριωδίου, Πεντηκοσταρίου και μεγάλων εορτών, το «Αγαπήσω Σε Κύριε» του Ιακώβου πρωτοψάλτου, δοξολογίες προκατόχων του, αποτελούν μελωδήματα εξαιρετικής εκτέλεσης υπό του πρωτοψάλτου Λεωνίδα Αστέρη, δια των οποίων τέρπεται η ακοή, και δι’αυτής η ψυχή, ώστε, ο πιστός στο τέλος της ακολουθίας, μη αισθανόμενος τις τέσσερις, ή ακόμη και πέντε ώρες, τις οποίες και διήλθε, όπως επιτυχώς διατυπώνει ο ιερός Χρυσόστομος «να ακούει της φωνής, και μεταρρυθμίζεται η διάνοια, εισέρχεται η μελωδία και δραπετεύει της πλεονεξίας τα πάθη».

Με το «Δι’ευχών» τελειώνει κάθε ακολουθία, όχι όμως και η ψαλμωδία. Και ενώ, ο κόσμος λαμβάνει το αντίδωρον, διά χειρός πατριάρχου, ο πρωτοψάλτης, ψάλλει τις ανάλογες καταβασίες της χρονικής εκείνης περιόδου, ουχί όμως εις τον χρόνον διά του οποίου θα εψάλλοντο εις την οικείαν αυτών θέσιν, αλλά κατά μάλλον αργώς και εμλπουτισμένες δια θέσεων μελωδικοτάτων και διαφόρων, έως ότου λάβει και ο τελευταίος πιστός το αντίδωρον. Και ενώ ως συνήθως, οι ψάλται φέρουν την σωματικήν αλλά και φωνητικήν κούρασιν εις το μέγιστον προς το τέλος των ακολουθιών, ο Λ. Αστέρης, είναι έτοιμος για μια δεύτερη ακολουθία ιδίας χρονικής διάρκειας.

 

Φιλόμουσος ομήγυρις, εν κατακλείδι, ο άρχων πρωτοψάλτης της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας κ. Λεωνίδας Αστέρης, τιμά επαξίως το πατριαρχικόν αναλόγιον για 27 σχεδόν συναπτά έτη. Αντάξιος εκτελεστής των προκατόχων και διδασκάλων του, αναβίβασε κατά πολύ, το καλλιτεχνικό και φωνητικό ιδιαιτέρως επίπεδο, ώστε να θαυμάζεται και από Δυτικούς αλλά και Τούρκους μουσικούς ολκής, διατηρών και μεταλαμπαδεύων επάξια το πατριαρχικό ύφος στις μέρες μας. Έτσι, όλοι εμείς οι ακροατές του, δεν έχουμε παρά να ευχηθούμε πολλά τα έτη της πρωτοψαλτείας του και να αναφωνήσουμε όλοι μαζί το Άξιος, Άξιος, Άξιος!!!

 

 

                                                                      Μιλτιάδης Παππάς

                                                                  Άρχων Α΄ Δομέστικος

                                                                           της Μ.Χ.Ε.