ἔκδοσις 14/5/2019

 

Νὰ ἀναρρωτηθεῖς: γιατὶ θέλω νὰ προχωρήσω πνευματικά; Γιὰ νὰ ἀρέσω στὸν Θεό, ἢ γιὰ νὰ ἀρέσω καὶ νὰ φαίνομαι καλύτερος στοὺς ἄλλους, ἢ γιὰ νὰ μειώνω καὶ νὰ συγκρίνω τὸν ἑαυτό μου μὲ τοὺς ἄλλους;

Νὰ δίνεις τὸ δικαίωμα στοὺς ἄλλους νὰ σοῦ κάνουν παρατηρήσεις (χωρὶς νὰ ἀνταπο­δίδεις), γιὰ νὰ βγεῖ ἔξω ἡ κρυφὴ ὑπερηφάνεια, καὶ σιγά-σιγά νὰ φύγει.

Μὴν ὑψώνεις καὶ ὑπερηφανεύεις τὸν ἑαυτό σου, οὔτε στὴ δουλειά σου (οὔτε μὲ δικαιολογίες, οὔτε ἔστω γιὰ ἀστεῖο), οὔτε καὶ σὲ συγγενικά σου πρόσωπα. Εἶναι ἄψευστος δεῖκτης τῆς ὑπερηφανείας καὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας, ἔστω καὶ ὅταν γίνεται γιὰ ἀστεῖο.

«πρὶν ἢ ἀκοῦσαι, μὴ ἀποκρίνου καὶ ἐν μέσῳ λόγων μὴ παρεμβάλλου» (Σοφ. Σειρ. ια’ 8)

Σοῦ ἀρέσει (βαθιὰ μέσα σου) νὰ σὲ θαυμάζουν ἢ νὰ σοῦ λένε μπράβο οἱ ἄλλοι (καὶ αἰσθάνεσαι μιὰ ἠθικὴ ἰκανοποίηση); Ἡ ἀνθρωπαρέσκεια εἶναι ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἀνώτερη ζωή.

Ρωτᾶς συστηματικὰ τοὺς ἄλλους πῶς βλέπουν τὴν τάδε δουλειά σου, ἢ τὴν τάδε ἐργασία σου; Εἶναι ἄψευστος δεῖκτης τῆς ὑπερηφανείας μας.

Ἂν ἔκανες ἕνα δῶρο σὲ κάποιον, ἀναφέρεσαι πάλι καὶ πάλι σὲ αὐτὸ τὸ δῶρο γιὰ νὰ σοῦ λένε εὐχαριστῶ καὶ καλὰ λόγια; Εἶναι ἄψευστος δεῖκτης τῆς ὑπερηφανείας μας.

Ἂν ἔκανες κάτι καλό ἢ μιὰ μικρὴ ἢ μεγάλη θυσία γιὰ κάποιον, τοῦ τὸ «χτυπᾶς», καὶ τοῦ τὸ ξανὰ «χτυπᾶς»; Σὲ ἐμπαίζει ὁ διάβολος, μηδενίζεις τὸν μισθό σου, καὶ πληγώνεις αὐτὸν γιὰ τὸν ὁποῖον τάχα «θυσιάστηκες».

Νὰ νηστεύεις στὶς Νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ μὴν εὐκόλως δικαιολογεῖς τὸν ἑαυτό σου.

Νὰ ἔχεις ποὺ καὶ ποὺ ἕνα μικρὸ αἴσθημα πείνας. Μὴ τρῶς ἀμέσως ὅταν ἡ κοιλιὰ ψιθυρίζει «πεινάω».

Νὰ ἀντιστέκεσαι στὸν πειρασμό, καὶ θὰ φύγει.

Νὰ πηγαίνεις στὴν Ἐκκλησία Ὄρθρου βαθέος, πρὶν τὸ «Εὐλογητός», καὶ νὰ μὴν μιλᾶς στὴν Ἐκκλησία, οὔτε νὰ κοιτᾶς/περιεργάζεσαι τοὺς ἀνθρώπους.

Μέσα στὴν Ἐκκλησία, πρόσεχε, τὰ αὐτιά σου καὶ ἡ προσοχή σου στὰ ἀναγινωσκό­μενα/ψαλλό­με­να γιὰ νὰ ἐντυπώνονται στὴν καρδιά σου, καὶ τὰ μάτια σου στὸν Χριστό, στὴν Παναγία, καὶ στοὺς Ἁγίους ἢ κάτω.

Μέσα στὴν Ἐκκλησία, μὴν ἀφήνεις τὸν νοῦ σου νὰ πλανιέται ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Νὰ προσέχεις τὰ ψαλλόμενα, καὶ νὰ προσεύχεσαι γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τοὺς δικούς σου, τοὺς συνεκκλησιαζομέ­νους, τὸν ἱερέα, τοὺς ψάλτες, καὶ γιὰ τὴν μετάνοια τὴν δική μας καὶ τοῦ κόσμου.

Μέσα στὴν Ἐκκλησία, οἱ ἄντρες στὰ δεξιά (στὴν μεριὰ τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ στὸ τέμπλο), οἱ γυναῖκες στὰ ἀριστερά (στὴν μεριὰ τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας στὸ τέμπλο). Τὸ αὐτὸ ἰσχῦει καὶ γιὰ τὰ ζευγάρια. Εὐπρεπῶς ντυμένοι μέχρι κάτω, νὰ μὴν δίνετε χῶρο στὸν πονηρὸ νὰ ρίξει τὸν συνάνθρωπό σας ἢ νὰ τοῦ παίξει «σινεμά» ἀργότερα.

Νὰ ἔχεις σταθερὴ ὥρα, εἶπε ἕνας Πνευματικός, γιὰ τὸ Ἀπόδειπνο καὶ τοὺς Χαιρετι­σμοὺς στὸ σπίτι σου (ἀρκετὰ πρὶν τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου), καὶ μὴ τὰ ἀφήνεις γιὰ τὴν ὥρα πρὶν τὸν ὕπνο, διότι δὲν θὰ μπορεῖς νὰ συγκεντρωθεῖς ἀπὸ τὰ χασμουρητά.

Ὅταν βγαίνεις/γυρίζεις ἀπό τό/στό σπίτι σου νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου καὶ νὰ λὲς τὸ Πάτερ ἡμῶν.

Ὅταν βγαίνεις ἀπὸ τὸ σπίτι σου νὰ μὴ διαχέεται ὁ νοῦς σου. Νὰ μὴ περιεργάζεσαι τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὶς βιτρίνες (καὶ δίνεις ὑλικὸ στὸν πονηρὸ νὰ σοῦ παίξει «ταινία» ἀργότερα). Πήγαινε στὸν προορισμό σου λέγοντας τὴν Εὐχή, προσευχόμενος, μὴ δίνοντας σημασία στὴν ματαιότητα. Αὐτὸ θὰ σὲ ὠφελήσει σὺν Θεῷ νὰ μὴ περισπᾶται ἔντονα ὁ νοῦς σου, ἐν καιρῷ τῆς Προσευχῆς, καὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας.

Νὰ προσεύχεσαι ἀδιαλείπτως, νοερῶς, ἀλλὰ καὶ διαβάζοντας τὴν Καινὴ Διαθήκη, καὶ τὰ Λειτουργικὰ Βιβλία τῆς Ἐκκλησίας ἰδίως τὸ Ψαλτήριον, τὴν Παρακλητική, τὰ Μηναῖα, τὸ Τριῴδιον, τὸ Πεντηκο­στάριον (τὰ ὁποῖα καλὸν εἶναι νὰ τὰ ἔχεις σπίτι σου, ἢ τοὐλάχιστον τὴν Σύνοψη/Συνέκδημο).

Ἡ Εὐχὴ συμπληρώνει τὸν κανόνα τῆς ἀδιάλειπτης Προσευχῆς, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸν τακτικὸ Ἐκκλησια­σμό (Κυριακῆς, καὶ Σαββάτου ἂν ἔχεις ἀργία, τῶν μεγάλων Ἑορτῶν, καὶ κατὰ δύναμιν τῶν καθημερινῶν), τὴν κατ’ οἴκον ἀνάγνωση τῆς Καινῆς Διαθήκης, τοῦ Ψαλτηρίου, τοῦ Ἀποδείπνου, τῆς Ἱερᾶς Σύνοψης καὶ ψυχωφέλιμων Ὀρθοδόξων Χριστιανι­κῶν βιβλίων.

Τὸ κομβοσχοῖνι δὲν εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ τὴν Εύχή. Εἶναι βοηθητικό. Ἡ Εὐχὴ λέγεται καὶ ἄνευ κομβοσχοινίου. Ὄταν κάνεις τὶς δουλειὲς τοῦ σπιτιοῦ σου νὰ λὲς καὶ τὴν Εὐχή.

Ἡ δύναμη τῆς Εὐχῆς δὲν εἶναι στὴν ποσότητα, ἀλλὰ στὴν ἐν Χριστῷ ταπείνωση. Ἄλλος ἔκανε 1000 Εὐχές, καὶ ὅμως δὲν ἔφθασε τὸν ἄλλον ποὺ ἔκανε μόνο 50 Εὐχές.

Φείδου χρόνου.

Ἂν πιάνεις τὸν ἑαυτό σου νὰ χαζεύει στὸ ἴντερνετ ἢ στὴν τηλεόραση λόγῳ κούρασης, βάλε ὅλες τὶς δυνάμεις σου, καὶ εἴτε πήγαινε γιὰ λίγο ὕπνο, ἢ ἂν μπορεῖς γονάτισε καὶ προσευχήσου στὸν Κύριο.

Ξέκοψε μαχαίρι ἀπὸ τὶς παλιές σου συνήθειες καὶ παρέες ποὺ σὲ ζημιώνουν πνευμα­τικά.

Μὴν ἀργολογεῖς, καὶ μὴ κάνεις τοὺς ἄλλους νὰ γελᾶνε. Ἀργολογία μήτηρ πάσης κακίας.

Πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως (Ματθ. ιβʹ 36)

Αὐτὸς ποὺ μιλάει πολύ, πολλὲς φορὲς μετανοεῖ γιὰ αὐτὰ ποὺ εἶπε. Αὐτὸς ποὺ σιωπᾶ ὅμως δὲν ἁμαρτάνει ἔτσι.

Μὴν ἀδικήσεις ἄνθρωπο. Μὴ κρατᾶς κακία γιὰ ἄνθρωπο. Νὰ προτιμᾶς νὰ ἀδικηθεῖς λίγο ἐσύ, παρὰ νὰ ἀδικήσεις τὸν πλησίον σου.

Νὰ κάνεις ἐλεημοσύνες, μὲ ὅλη τὴν καρδιά σου. Εἰ δυνατὸν νὰ μὴν τὸ μάθει ἄλλος.

Μὴν κατακρίνεις τὸν πλησίον σου ὅτι εἶναι ὑπερήφανος μὲ τὴν ἐσωτερικὴ δικαιολο­γία ὅτι τὸ κάνεις γιὰ νὰ τὸν διορθώσεις. Κίνδυνος πτώσης.

Μὴ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἀλήθεια.

Μὴ μιλᾶς γιὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ μὴν ἀκοῦς ὅσους μιλοῦν γιὰ τοὺς ἄλλους. Νὰ τοὺς ἀλλάζεις τὴν κουβέντα ἢ φεῦγε.

Ἀπὸ αὐτὰ ποὺ βλέπεις νὰ πιστεύεις τὰ μισά, καὶ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦς νὰ μὴν πιστεύ­εις τίποτα.

Νὰ μὴν κατακρίνεις τὸν ἄντρα σου ἢ τὴν γυναῖκα σου στοὺς φίλους σου ἢ τὶς φίλες σου καὶ τοὺς συγγενεῖς σου, καὶ νὰ μὴν προσπαθεῖς οἱ ἄλλοι νὰ πάρουν τὸ μέρος σου.

Νὰ μὴν κατακρίνεις τὸν ἄντρα σου ἢ τὴν γυναῖκα σου στὰ παιδιά σας. Νὰ μὴν προσπαθεῖς τὰ παιδιὰ νὰ πάρουν τὸ μέρος σου. Ὅσο ἀγαπᾶς τὰ παιδιά σου, τόσο καὶ περισσότερο νὰ ἀγαπᾶς τὸν ἄντρα σου ἢ τὴν γυναῖκα σου. Νὰ ἀγαπᾶς καὶ νὰ σέβεσαι τοὺς γονεῖς σου.

Γιὰ ὅσα ἁμαρτήματα κατηγορήσαμε τὸν πλησίον εἴτε ψυχικὰ εἴτε σωματικά, θὰ περιπέσωμεν σ’ αὐτά. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνη διαφορετικά (Κλίμαξ Ιʹ ιʹ).

Ὁ πιὸ πλησίον σου, εἶναι ὁ ἄντρας σου, ἢ ἡ γυναῖκα σου· «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».

Νὰ χαίρεσαι (καὶ νὰ προσεύχεσαι) νὰ βλέπεις τὸν ἄντρα σου ἢ τὴν γυναῖκα σου νὰ προοδεύει πνευματικά.

Νὰ ἐκκλησιάζεις τακτικά τὰ παιδιά σου, καὶ νὰ τοὺς μιλᾶς γιὰ τὸν Θεό, πιὸ πολὺ ὅμως μὲ τὸ χριστιανικὸ παράδειγμά σου. Ἂν βλέπεις ἀντίδραση, μὴ τοὺς μιλᾶς, ὅμως γονατιστὰ προσευχήσου / μίλησε στὸν Θεὸ καὶ στὴν Παναγία γιὰ τὰ παιδιά σου.

Νὰ μὴν ἔχεις ἀδυναμία σὲ ἕνα παιδί (ἂν ἔχεις πολλὰ παιδιά). Ὅλα τὰ παιδιά σου νὰ τὰ ἀγαπᾶς ἐξ ἴσου τὸ ἴδιο.

Μάζευε τὸν λογισμό σου (τὴν σκέψη σου), νὰ μὴν πηγαίνει δεξιὰ ἀριστερά καὶ ὅπου νά’ναι. Ἰδίως τὴν ὥρα τῆς Προσευχῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀκολουθίας.

Βάζοντας στὰ ἀκουστικά σου (ἂν καὶ ὅποτε κρίνεις) Ὀμιλίες ὀρθόδοξες, Συναξαρίου, Ἀκολουθίες, Ψαλμωδίες, καὶ ἀναγνώσματα Καινῆς Διαθήκης καὶ Ψαλτηρίου, βοηθάει στὸ μάζεμα τῶν λογισμῶν.

Μείωσε τοὺς καθημερινούς σου ἄχρηστους καὶ ματαίους περισπασμούς. Ἀπλοποί­ησε τὴν ζωή σου γιὰ νὰ σοῦ φύγει τὸ «ἄγχος».

Ἔχεις ταραχή ἢ λογισμοὺς κακίας, ἢ τοὐλάχιστον φραστικῆς ἐπίθεσης κατὰ τοῦ/τῆς συζύγου σου, ἀδερφῶν σου, συναδέλφων σου, ἢ ἐχθρῶν σου; Διῶξε ἀμέσως καὶ μὲ ὅλη σου τὴν δύναμη τοὺς λογισμούς αὐτούς, καὶ προσευχήσου μὲ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς!

Πᾶς λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω, ἀλλ’ εἴ τις ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας, ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκούουσι (Ἐφ. δ’ 29).

Πᾶσα πικρία καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ κραυγὴ καὶ βλασφημία ἀρθήτω ἀφ’ ὑμῶν σὺν πάσῃ κακίᾳ (Ἐφ. δ’ 31).

Νὰ προσεύχεσαι μὲ ἀγάπη στὸν Θεὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς σου, γιὰ αὐτοὺς ποὺ σὲ μειώνουν στὴν ζωὴ καὶ στὴν δουλειά σου, γιὰ αὐτοὺς ποὺ σὲ συκοφαντοῦν ἢ σὲ μισοῦν.

Νὰ προσεύχεσαι στὸν Θεὸ γιὰ τὸν ἄντρα σου, τὴν γυναῖκα σου, τὰ παιδιά σου, τοὺς γονεῖς σου, τὸν πλησίον σου· «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. κβ’ 39)

Νὰ ἔχεις ἀγάπη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ στὴν καθημερινότητά σου. Μὴ λὲς λόγια καὶ πικραίνεις τοὺς ἄλλους. Νὰ βάζεις καλοὺς λογισμούς.

Μὴ κάνεις παράπονα γιὰ συμπεριφορὰ ἀνθρώπου (ἀκόμη καὶ μοναχοῦ). Μερικὲς φορὲς «πιάνουν» ἰδίως ἂν δὲν εἶναι τακτοποιη­μένος πνευματικά.

Κάποιος σὲ πιέζει νὰ σὲ προσπεράσει στὸν δρόμο, ἐριστικά, ἀντικανονικά, ἐπικίνδυ­να. Μὴν ἀνταποδί­δεις κακία. Ἂσ’τον νὰ περάσει καὶ κάνε μιὰ εὐχούλα γιὰ αὐτόν.

Νὰ κάνετε τὸ Ἀπόδειπνο οἰκογενειακῶς, καὶ χωρὶς πίεση (καὶ ἂς φέρνει ὁ πειρασμὸς στὴν ἀρχὴ λογισμοὺς ντροπῆς). Ἂν βλέπεις ἀντίδραση, κάνε τὸ Ἀπόδειπνο μόνος σου φανερὰ στὸ δωμάτιό σου, καὶ σὲ λίγο καιρὸ θὰ φωτίσει ὁ Θεὸς ὅλη τὴν οἰκογένεια νὰ τὸ κάνετε μαζί· «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ Ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν», εἶπε ὁ Χριστός μας (Ματθ. ιηʹ 20).

Νὰ ἐμπιστευθοῦμε τὶς μέριμνές μας στὸν Θεό, νὰ ἀφήσουμε τὴν ζωή μας στὸν Θεό καὶ νὰ τὸν παρακαλοῦμε νὰ γίνει τὸ θέλημά Του σὲ ἐμᾶς καὶ σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Αὐτὸς θέλει τὴν σωτηρία μας.

Ὅταν παρακαλεῖς κάποιον νὰ κάνει κάτι ποὺ νομίζεις εἶναι κατὰ Χριστόν, καὶ ἐναντιώνεται, ἄσ’τον, μὴ τὸν πιέζεις. Παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ φωτίσει αὐτὸν καὶ ἐσένα.

Νὰ ἐξομολογεῖσαι/ἐξαγορεύεις καὶ τοὺς λογισμούς σου, εἰδικὰ τοὺς ἐπίμονους, σὲ ἔμπειρο πνευματικὸ πατέρα, ποὺ ἔχει πείρα τοῦ ἀοράτου πολέμου τῶν δαιμόνων.

Ἂν σοῦ ἔρχονται στὸν νοῦ σου παλιές σου ἁμαρτίες, νὰ λὲς στὸν Κύριο τό: «Ἥμαρτον», εἶπε ἕνας Γέροντας. Ἂν δὲν τὶς ἔχεις ἐξομολογηθεῖ, νὰ τὶς ἐξομολογηθεῖς. Νὰ λὲς καὶ τὸν Ν’ (50ό) Ψαλμό (ἀπ’ἔξω).

Ὅσο συχνὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία, τόσο καὶ περισσότερο πρέπει νὰ ὀμιλοῦμε γιὰ τὴν Ἱερὰ Ἐξομολόγηση καὶ γιὰ τὴν Μετάνοια.

Τοιουτοτρόπως, ὅσο συχνὰ μιλᾶμε γιὰ τὴν Εὐχή, τόσο καὶ περισσότερο πρέπει νὰ ὀμιλοῦμε γιὰ τὸν τακτικὸ Ἐκκλησιασμό (ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν Ἀκολουθιῶν), τὴν διαρκὴ προσευχὴ καὶ τὴν διαρκὴ προσοχὴ στὰ ἀναγινωσκό­μενα/ψαλλόμενα στὴν Ἐκκλησία (ὅσο καταλαβαίνουμε, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ γιὰ τὰ ὑπόλοιπα), τὴν ἀνάγνωση στὸ σπίτι τῆς Καινῆς Διαθήκης, τοῦ Ψαλτηρίου, τοῦ Ἀποδείπνου, τῆς Ἱερᾶς Σύνοψης, τῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας (ἔστω ἕνα μικρὸ μέρος), καὶ ψυχωφέλιμων Χριστιανικῶν βιβλίων.

Ποτὲ μὴν ἀντικαταστήσεις κάθε προσευχὴ καὶ ἀνάγνωση στὸ σπίτι ἀπὸ μόνη τὴν Εὐχή. Ἔστω καὶ ἂν ἐκκλησιάζεσαι καὶ κοινωνεῖς τακτικά. Ὑπάρχει κίνδυνος πνευματικός (σταδιακός ἐν χρόνῳ).

Στὸ σπίτι, καὶ ἡ ἀνάγνωση τῆς Καινῆς Διαθήκης, καὶ τοῦ Ψαλτηρίου, καὶ τοῦ Ἀποδεί­πνου μὲ τοὺς Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας, καὶ τῆς Ἱερᾶς Σύνοψης (ἢ τῆς Παρακλητικῆς, τῶν Μηναίων, κτλ.), καὶ ψυχωφέλιμων Ὀρθοδόξων βιβλίων εἶναι ἀπαραίτητα καὶ ὠφελοῦν τὰ μέγιστα. Καὶ ἡ Εὐχή φυσικά, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με, ἀλλὰ καὶ τό· Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.

Ἂν ἔχεις προσωρινὴ παῦση πειρασμῶν, ποτὲ μὴν λογισθεῖς ἢ παραδεχθεῖς μέσα σου, ὅτι συνέβη ἐπειδὴ κάνεις τὰ παραπάνω. Αὐτὰ καὶ περισσότερα, πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ τὴν ψυχή μας. Ἀλλὰ ἡ προσωρινὴ παῦση τῶν πειρασμῶν εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἀποτέλεσμα τῶν ὅποιων κόπων μας.

Ποτὲ μὴ πεῖς μὲ τὸν λογισμό σου «καλὰ πάω» ἢ «προοδεύω» (στὰ πνευματικά). Κίνδυνος πτώσης. Ὁ ὑπερήφα­νος δὲν ἔχει πνευματικὲς πτήσεις, ἀλλὰ πτώσεις εἶπε ὁ Ἅγιος (Γέροντας) Παΐσιος.

Ἂν σοῦ ποῦν ὅτι ἔχεις προοδεύσει πνευματικά, μὴ τὸ παραδεχθεῖς, μὴ δώσεις ἀπολύ­τως καμία σημασία, ἀπεναντίας πέταξε μακρυὰ τὸν ἔπαινο καὶ νὰ ταπεινώνεσαι περισσό­τερο στὸν Χριστὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖς.

Ἂν ἔπεσες σὲ ἕνα πάθος, νὰ σηκωθεῖς καὶ νὰ ἀγωνισθεῖς μὲ περισσότερη ταπείνωση, καὶ μὴ πεῖς μὲ τὸν λογισμό σου «θὰ ἀγωνισθῶ νὰ μὴν ξαναπέσω ἄλλη φορά» (διότι αὐτὸ εἶναι ὑπερηφάνεια). Νὰ ταπεινωθεῖς, νὰ παραδέχεσαι τὴν ἀδυναμία σου, καὶ νὰ ζητᾶς τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου στὴν ἀδυναμία σου, καὶ νὰ ἀγωνίζεσαι ἁπλά καὶ ταπεινά.

Νὰ μὴν νευριάζεις ἢ δυσανασχετεῖς ὅταν σοῦ ἔρθουν πειρασμοί δαιμονικοί. Νὰ μὴν νευριάζεις ἢ δυσανασχετεῖς ὅταν ὁ ἄντρας σου, ἢ ἡ γυναῖκα σου, ὁ συνάδελφός σου, ἢ τὸ ἀφεντικό σου σὲ προσβάλλει. Φάρμακα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι γιὰ τὴν ψυχική μας θεραπεία.

Ποτὲ μὴ πεῖς κουράστηκα ἀπὸ τοὺς σαρκικοὺς πειρασμούς. Κίνδυνος πτώσης.

Καθημερινά, καὶ ἰδίως ὅταν ἔχεις ἔντονους πειρασμοὺς καὶ ἰδίως σαρκικούς, νὰ στρέ­φεσαι στὴν Προσευχή, καὶ νὰ ταπεινώνεις σφόδρα τὸν λογισμό σου, καὶ τὸν ἑαυτό σου, στὸν Κύριο, λέγοντας: «οὐδέν εἰμι», «σκουπίδι εἶμαι», «μηδαμινὸ σκουλίκι εἶμαι», «ἐγὼ εἰμι γῆ καὶ σποδός», «τί ὑπερηφανεύεται γῆ καὶ σποδός;», «ἐν τῷ Κυρίῳ ἐπαινεθήσεται ἡ ψυχή μου», «ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθῳ», ἢ ὅ,τι σὲ φωτίσει ὁ Κύριος. Λέει ὁ Προφητάναξ: «ἐταπεινώθην καὶ ἔσωσέ με».

«Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν Προσευχῇ καὶ Νηστείᾳ» (Ματθ. ιζ' 21).

Ἂν προσεύχεσαι στὸν οἴκο σου μὲ τὴν Εὐχή (ἐπὶ τούτου), καὶ αἰσθανθεῖς μεγάλο σαρκικὸ πειρασμό, καλὸ εἶναι νὰ συμβουλευθεῖς ἔμπειρο πνευματικὸ πατέρα, καὶ νὰ ταπεινώσεις σφόδρα τὸν λογισμό σου στὸν Κύριο, καὶ νὰ συνεχίσεις τὴν προσευχή σου μὲ τὴν Ἀκολουθία τῆς ἡμέρας (ἐκ τῆς Παρακλητικῆς καὶ τοῦ Μηναίου ἢ τῆς Σύνοψης, ὅ,τι ἔχεις), καὶ τὸ διάβασμα τοῦ Ψαλτηρίου καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης (πρβλ. βιβλίο Ἁγίου Πορφυρίου, ὑπὸ Ἀν. Τζαβάρα, σ. 128).

Ἂς κοπιάσουμε καὶ λίγο στὴν προσευχή μας. Εἶτε προσευχόμενοι γονατιστοί (πλὴν Κυριακῆς καὶ Πεντηκοσταρίου), εἶτε μὲ ὀρθοστασία.

Λαχτάρα γιὰ προσευχὴ ἔχει μόνο ὁ ταπεινὸς ποὺ κατάλαβε βαθιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά του. Ἡ λαχτάρα γιὰ προσευχὴ εἶναι δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ δίνεται στοὺς ταπεινοὺς ποὺ ἀπέκτησαν τὴν κατὰ Θεὸν αὐτογνωσία, εἶπε ὁ Ἅγιος Παΐσιος.

 

Χάρισέ μας Κύριε, λαχτάρα γιὰ Προσευχή, καὶ

εὐλόγησε νὰ προοδεύουμε πνευματικά, καὶ σταθερά, μὲ ἀληθινὴ ταπείνωση.

Ἀμήν.

 

Τέλος καὶ τῷ Θεῷ ὅλη ἡ δόξα.

 

Ἐγράφη παρὰ τοῦ Παν. Δ. Παπαδημητρίου