ἀνώνυμος (21/4/2012) --Το 2011 στὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Εὐδοκίμου, μετὰ τὴν θεία λειτουργία (περίπου 6 ἄτομα) πήγαμε στὸ μνῆμα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα. Ἔβαλαν λάδι καὶ λουμίνι καὶ ἐψάχναμε ὅλοι γιὰ ἀναπτῆρα ἢ σπίρτα. Ἀναπτῆρα εἴχε μόνο μιὰ κοπέλα ἡ ὁποῖα μόλις ἄναψε τὸ καντῆλι μᾶς εἶπε: εἶχα τηλεφωνήσει στὸν γέροντα ὅταν ἦταν στὸ νοσοκομεῖο στὸ Ναύπλιο (ἐργαζόμουν τότε στὴν Βόρειο Ἑλλάδα) «γέροντα νὰ ἔρθω νὰ πάρω τὴν εὐχή σου»; Ὁ γέροντας μοῦ εἶπε, τώρα παιδί μου ξέρω ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ ἔρθεις, ὅταν ὅμως θὰ ἔρθεις στὸ μοναστῆρι, ἐσὺ θὰ ἀνάψεις τὸ καντῆλι στὸ μνῆμα μου. Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε.
ἀνώνυμος (25/2/2011) --Πρὶν τρία χρόνια ἤμουν μὲ ἕνα φίλο στὸ Ἅγιον Ὅρος. Κοντὰ στὴν Μονὴ Κουτλουμουσίου σὲ μιὰ καλύβη (Κελλί Ὁσίου Χριστοδούλου, Μονῆς Κουτλουμουσίου) εἶναι ὁ Γέροντας Γαβριήλ τὸν ὁποῖον ἐπισκεφθήκαμε. Ἀπὸ ποὺ εἴστε παιδιά; Γέροντα ἀπὸ Ζάκυνθο καὶ ὁ φίλος μου ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Κορινθίας ποὺ λέγεται Χιλιομόδι. Καὶ ὁ γέροντας Γαβριὴλ: Μετὰ τὸ Χιλιομόδι εἶναι ἕνα χωριὸ ὁ Ἅγιος Βασίλειος, πιὸ πέρα εἶναι τὰ Δερβενάκια, ἐκεῖ κοντὰ εἶναι ἕνα μικρὸ μοναστήρι ποὺ τὸ ἔφτιαξε ἕνας ἱερομόναχος ποὺ τώρα ἔχει κοιμηθεῖ, ὀνόματι Εὐδόκιμος. Αὐτὸς παιδιὰ νὰ ξέρετε ὅτι ἦταν σὲ μεγάλα μέτρα ἁγιότητος.
ἀνώνυμος --Στενοχωριόμουν πάρα πολὺ ποὺ ἓνα συγγενικό μου πρόσωπο ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν ἤταν κοντὰ στὸν Θεό. Καὶ τὸ συμβούλευα, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἐξαγριωνόταν. Τὸ εἶπα στὸν γέροντά μου καὶ μοῦ εἶπε· ἐσὺ νὰ κοιτᾶς τὸν «ὄνομά μου». Καὶ τοῦ ἀπάντησα· ἀφοῦ συγγενικό μου πρόσωπο εἶναι. Καὶ μοῦ εἶπε ὁ γέροντάς μου· τὸν «τὸ ὄνομα τοῦ συγγενικοῦ μου προσώπου» θὰ τὸν ἀναλάβω ἐγώ. (Ὅντως, τὸ συγγενικό μου πρόσωπο πρὶν κοιμηθεῖ ὁ ἅγιος γέροντάς μου πῆρε στροφὴ καὶ ἤρθε πολὺ κοντά στὸν Θεό).
ἀνώνυμος --Εἴχα πάει στὸ Πανεπιστήμιο, καὶ στὸν διάδρομο τῆς Σχολῆς ποῦ περπατοῦσα ἔβλεπα μπροστά μου τὸ πρόσωπο τοῦ γέροντά μου. Τὸ εἶπα κατόπιν στὸν γέροντα, καὶ μοῦ εἶπε εἶναι ἀπὸ τὴν πολλὴ ἀγάπη ποῦ σοῦ ἔχω.
ἀνώνυμος --Ὁ γέροντας τὴν ἡμέρα ποῦ κοιμήθηκε (πρὶν κοιμηθεῖ) εἶπε στὴν γερόντισσα· νὰ φτιάξετε πολὺ φαῒ γιατὶ αὔριο θὰ 'χουμε κόσμο πολύ.
πρεσβυτέρα Καλυψὼ Δημητριάδη --3/5/2004, Ρ/Σ τῆς Ἐκκλησίας
ἀνώνυμος --Εἶδα ἕνα ὄνειρο ὅπου ἐγὼ ἦμουν σὲ μέγεθος μικροῦ παιδιοῦ, καὶ ὁ γέροντας μου εἴχε ἀνάστημα γίγαντος· τοῦ ἔφθανα ίσως μέχρι το γόνατο. Τὸ εἶπα στὸν γέροντα καὶ ταπεινὰ μοῦ εἶπε (ὅσο θυμάμαι) «ἐγὼ εἶμαι μικρός».
ἀνώνυμος --Εἶχα διαβάσει σὲ κάποιο βιβλίο ὅτι κάποιος γέροντας τὴν συντόμεψε ἀκόμη περισσότερο τὴν εὐχή, π.χ. Κύριε ἐλέησόν με. Τὸ εἶπα στὸν γέροντά μου καὶ μοῦ εἶπε νὰ τὴν λές: «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», καὶ ἐπέμεινε στὸ «ἡμῶν» λέγοντας Κύριος ποιανοῦ;
ἀνώνυμος --Ὅταν ἤμουν στὸ Πανεπιστήμιο, ὁ γέροντας μοῦ εἶπε νὰ λέω τὴν εὐχὴ καὶ ὅταν διαβάζω. Γίνεται τοῦ λέω; Γίνεται μοῦ λέει! Στὴ ἀρχὴ καταλάβαινα μισὰ ἢ καὶ καθόλου ἀπὸ ὅτι διάβαζα γιὰ τὴ σχολή, καὶ τὸ μυαλὸ πήγαινε πότε στὸ βιβλίο πότε στὴν εὐχή. Ἦταν πολὺ δύσκολα, γιατὶ ποὺ θὰ πάει ἡ προσοχὴ στὸ βιβλίο ἢ στὴν ευχή; Ἀργότερα Χάριτι Θεού καὶ εὐχῇ τοῦ γέροντός μου κατέστη δυνατὸ καὶ τὸ διάβασμα καὶ παράλληλα ἡ εὐχή.
ἀνώνυμος --Ἔλεγα τὴν εὐχὴ μέσα ἀπὸ τὰ χεῖλη γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα, καὶ ὁ γέροντας κάποια στιγμὴ μοῦ εἶπε τὴν εὐχὴ νὰ τὴν λὲς μὲ εἰσπνοὴ καὶ ἐκπνοή.
ἀνώνυμος --Ὁ γέροντας μοῦ εἶπε ὅτι γιὰ νὰ γίνει ἡ νοερὰ προσευχή καρδιακή παίρνει πολύ χρόνο. Καὶ ὅταν ἀποκτήσεις τὴν καρδιακὴ προσευχή αἰσθάνεσαι πόνο στὴν καρδιά.
ἀνώνυμος --Μοῦ πονάγανε πολὺ τὰ χέρια ἀπὸ τὴν πολὺ πληκτρολόγηση καὶ παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μοῦ τὰ θεραπεύσει. Καὶ παίρνω τὸν γέροντά μου τηλέφωνο καὶ τοῦ εἶπα ὅτι παρακαλῶ τὸν Κύριο νὰ μοῦ θεραπεύσει τὰ χέρια. Καὶ μοῦ ἀπάντησε, ἐδῶ οἱ Ἅγιοι παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ νὰ τοὺς στείλει ἀσθένειες, καὶ ἐσὺ παρακαλεῖς νὰ σὲ κάνει καλά; Ἄς εἶναι, εἶσαι μικρὸς ἀκόμη, τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ νὰ σὲ θεραπεύσει. Καὶ ὅντως ἐκ θαύματος τὰ χέρια μου θεραπεύτηκαν.
ἀνώνυμος --Εἴχαμε πάει μὲ τὸν γέροντα νὰ ἀγοράσουμε κάποια πράγματα. Καὶ ἔρχεται ἕνας ἐργάτης νὰ τὸν χαιρετίσει, καὶ τοῦ εἶπε ὁ γέροντας: Ἐσὺ κάνεις δύο ἁμαρτίες, μία μικρὴ καὶ μία μεγάλη. Ἡ μία ὅτι δὲν ἔρχεσαι στὸ μοναστήρι, καὶ ἡ ἄλλη ὅτι πᾶς καὶ κοιμᾶσαι μὲ παντρεμένη. Ὁ ἐργάτης δὲν ἔβγαλε ἄχνα.
ἀνώνυμος --Κάποιο πνευματικὸ παιδὶ τοῦ γέροντά μου ἔφερε μαζί του ἕναν φίλο του. Ὁ γέροντάς πιάνοντάς του ἁπλὰ τὸ χέρι του (στὸν καρπό) τοῦ εἶπε μερικὲς ἁμαρτίες του, καὶ τὸ παιδὶ ἀπαντοῦσε καταφατικά.
ἀνώνυμος --Στίς ἀρχές τῆς πνευματικῆς ζωῆς, μοῦ ἔφερνε ὁ διάβολος φαντασίες καί μέ φόβιζε. Ὅταν τό εἶπα στόν γέροντα, μοῦ ἀπάντησε ὅταν συμβαίνει αὐτό νά μοῦ φωνάζεις (καί ἡ ἀπόστασή μας ἦταν πολλὲς ὥρες μέ τό αὐτοκίνητο!). Καί ἐγῶ ὅποτε μέ φόβιζε ὁ πονηρός ψιθύριζα μέσα μου σιγά-σιγά «γέροντα βοήθησέ με», καὶ ὅντως τὶς ἔδιωχνε ὁ γέροντας τὶς φαντασίες κατὰ τρόπον τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω. Ἐπίσης ὅταν μετά ἀπό λίγες μέρες τόν εἶχα πάρει τηλέφωνο, μοῦ εἶπε «νά μοῦ φωνάζεις δυνατά» (σ.σ. τό «γέροντα βοήθησέ με»!)
ἀνώνυμος --Ἔλεγα στὸ γέροντα νὰ ἀγοράσω καὶ νὰ διαβάσω τὸ Πηδάλιον, καὶ μοῦ εἶπε ὄχι τώρα, μετὰ ἀπὸ 3 χρόνια.
ἀνώνυμος --Ὅταν μὲ γύρισε ὁ Θεὸς κοντά του καὶ ἐπισκέφθηκα τὸν γέροντα, μοῦ εἶπε «προσευχόμουν γιὰ σένα».
ἀνώνυμος --Ἦταν νὰ πάω σὲ ἕνα μοναστήρι, καὶ μοῦ εἶπε ὁ γέροντάς μου προτοῦ πάω, «θέλω νὰ προσευχηθεῖς ὅσο πιὸ πολὺ μπορεῖς». Τελικὰ στὸ μοναστήρι μοῦ ἐπιτέθηκε σφόδρα (φραστικῶς) ἕνας μοναχὸς κατὰ τοῦ ἁγίου γέροντός μου.
ἀνώνυμος --Μὲ πείραζε ὁ πονηρὸς γιὰ τὸν γέροντά μου μὲ λογισμούς, καὶ τοῦ ἐναντιωνόμουν καὶ στὸ τέλος μοῦ εἶπε: «τὶ νὰ σοῦ κάνω ρρεεέ ποὺ ἔχεις ἅγιο γέροντα!».
ἀνώνυμος --Εἶχα ἀρρωστήσει καὶ δὲν μποροῦσα νὰ καταπιῶ καλά, καὶ εἶχα δίλημμα νὰ πάω γιατρό (μήπως ἦταν ἱὸς) ἤ ὄχι. Παίρνω τὸν γέροντα τηλέφωνο (διότι ἤμουν ὥρες μακρυά του) καὶ τὸν ρωτάω νὰ πάω γιατρό, καὶ μοῦ ἀπαντάει δὲν εἶναι τίποτα ἀπὸ τὰ πολὺ κρύα νερά εἶναι, νὰ μὴν πᾶς σὲ γιατρό. Καὶ ὅντως ἔτσι ἦταν.
ἀνώνυμος --Μὲ πόναγε ἡ μέση καὶ παίρνω τὸν γέροντα τηλέφωνο (διότι ἤμουν ὥρες μακρυά του) γιὰ νὰ τὸν ρωτήσω νὰ πάω σὲ γιατρό. Ὅταν τοῦ εἶπα: «γέροντα μὲ πονάει ἡ μέση μου», μοῦ ἀπάντησε «Δὲν εἶναι τίποτα. Ὑπερκόπωση εἶναι». Καὶ ὅντως ἔτσι ἦταν.
ἀνώνυμος --Ἤμουν μακρυὰ καὶ γιὰ μεσημεριανὸ πῆρα καφὲ καὶ δύο γλυκά νὰ φάω (δηλαδὴ ἄθλιο ὑποκατάστατο φαγητοῦ ἔφαγα). Ὅταν ἔφαγα τὰ γλυκὰ πῆρα τηλέφωνο τὸν γέροντά μου καὶ μὲ ρώτησε «τρῶς καλὰ ἐκεῖ πέρα;»
ἀνώνυμος --Μὲ πόνεσε πολὺ ἡ πλάτη μου ἕνα βράδυ στὴν δουλειὰ καὶ πῆγα σπίτι νὰ ξεκουραστῶ. Τὴν ἐπόμενη μέρα τὸ εἶπα στὸν γέροντα (καὶ πῆγα νὰ τὸν ρωτήσω γιὰ νὰ πάω σὲ γιατρό) καὶ μοῦ εἶπε «μὴ φοβᾶσαι νευροκαβαλίκευμα ἦταν».
ἀνώνυμος --Εἶπα στὸν γέροντα ὅτι θὰ πάω σὲ ἕνα συνέδριο σὲ μιὰ χώρα τοῦ ἐξωτερικοῦ. Καὶ μὲ ρώτησε τὶ ὥρα εἶναι ἡ τιμητική σου (δηλ. ἡ παρουσίασή μου) καὶ τοῦ ἀπάντησα κατὰ τὶς 11-12:30. Καὶ μοῦ εἶπε «μαζί σου θὰ εἶμαι».
ἀνώνυμος --Ὁ γέροντας εἶπε τὴν Κυριακὴ τὰ λέμε ὅλα (σημ. ἐννοοῦσε στὶς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας).
ἀνώνυμος --Στὴν δουλειὰ ὁ ἐκτυπωτὴς παρουσίαζε προβλήματα. Ἀφοῦ νευρίασα τὸν χτύπησα τὸν ἐκτυπωτὴ καὶ τὸν χάλασα. Ὅταν πῆγα στὸ μοναστῆρι χωρὶς νὰ πῶ τίποτα στὸν γέροντα γιὰ τὸ περιστατικό, μοῦ λέει: «τὶ σοῦ ἔφταιγε τὸ μηχάνημα;»
ἀνώνυμος --Πῆγα ἔκανα ἐγχείρηση γιὰ νὰ βγάλω ἕναν ὄγκο πίσω στὴν πλάτη, καὶ μετὰ εἶχα λογισμοὺς ἂν μοῦ προξενήσει προβλήματα. Πάω στὸν γέροντα μετὰ ἀπὸ πολὺ καιρὸ καὶ χωρὶς νὰ τοῦ ἔχω πεῖ τίποτα γιὰ τὴν ἐγχείρηση, μὲ ἀκουμπάει ἀκριβῶς στὸ σημεῖο τῆς ἐγχείρησης λέγοντάς μου "μὴ φοβᾶσαι ἐδὼ δὲν ἔχεις τίποτα".
ἀνώνυμος --Εἶπα στὸν γέροντα, ὅτι παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μοῦ δώσει χαρίσματα (διάφορα) καὶ μοῦ εἶπε μὴ ζητᾶς χαρίσματα, αὐτὰ εἶναι δῶρο Θεοῦ. Ἐσὺ νὰ ζητᾶς νὰ Σοῦ χαρίσει ἰάματα ψυχικά.
ἀνώνυμος --Εἶχα πεῖ στὸν γέροντα, ἀφοῦ ὁ διάβολος εἶναι κακὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ του, τὶ τοὺς θέλει τοὺς μάγους; Καὶ μοῦ ἀπάντησε, ὁ ἄνθρωπος εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν διάβολο.
ἀνώνυμος --...ἄλλη φορὰ ὅταν κάπως μίλησα στὸν γέροντά μου γιὰ νὰ βάλω κανόνα στὸν ἑαυτό μου (τὸ εἴχα κάνει ἤδη παλιά...), μοῦ εἶπε «μὴ κάνεις τέτοια».
ἀνώνυμος --Στὸ μοναστήρι τοῦ ἁγίου πατρός μου (ἀρκετὰ μετὰ τὸ Πάσχα), μοῦ λέει ἡ γερόντισσα Χρυσοστόμη «θέλεις νὰ δεῖς θαῦμα»; Ναὶ τῆς λέω. Πήγαινε στὴν ἐκκλησία καὶ κοίτα τὸ ἀκάνθινο Στεφάνι στὸν Σταυρό. Πάω καὶ βλέπω τὸ Στεφάνι τοῦ Κυρίου ἀνθισμένο!
Εῖπε ὁ Γέροντας
«Αὐτὸς (ὁ διάβολος) μισεῖ τὸν ἄνθρωπο, ὅσο δὲν μπορεῖ νὰ φανταστεῖ ὁ ἄνθρωπος τὶ εἴδους μίσος εἶναι αὐτό».
«μετάνοια καὶ ἀγάπη λείπουν ἀπὸ τὸν διάβολο».
Ὁ γέροντάς εἶπε γιὰ τὸν πονηρό: «Αὐτὸς λέει πολλά».
«Ὁ μιλήσας πολλάκις μετανοήσας, ὁ δὲ σιωπήσας ποτέ».
«ἀργολογία μήτηρ πάσης κακίας».
«Ἱκετευτικὰ νὰ παρακαλᾶς τὸν Κύριο».
«μὴν ἀφήνεις τὸν λογισμὸ νὰ πηγαίνει ἀπὸ 'δῶ καὶ ἀπὸ 'κεῖ».
Γιὰ νὰ γλυτώσει κάποιος ἀπὸ ἕναν μέγιστο πειρασμὸ ὁ γέροντας εἶπε: «Τοῦτο τὸ γένος δὲν ἐκπορεύεται παρὰ μὲ Νηστεία καὶ Προσευχή»!
| Επόμενο > |
|---|





