Ἀποφθέγματα ἀββάδων

(θὰ ἀνανεώνεται...)

Ἀββᾶς Παῦλος (Σ)

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Παῦλος: «μὴ κατακρίνετε. πολλὲς φορὲς γιὰ νὰ δικαιολογήσουμε τὴν κατάκρισή μας λέμε μὰ τὴν ἀλήθεια λέω! Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν εἶπε νὰ κατακρίνεις ἀλήθεια ἢ ψέμματα, εἶπε νὰ μὴν κατακρίνεις καθόλου.»

Εἶπε πάλι ὁ ἀββᾶς Παῦλος ἕνας εὔκολος δρόμος ποὺ ὀδηγεῖ στὴν καθαρὴ καρδιὰ καὶ ἀληθινὴ ταπείνωση, καὶ ὄχι ταπεινολογία, εἶναι ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς «μὴ κρίνετε».

Eἶπε ὁ ἀββᾶς Παῦλος: πολλοὶ προσκυνητὲς ἔρχονται καὶ μὲ ρωτᾶνε, ἔφαγα μπορῶ νὰ κοινωνήσω; Δὲν ἔχω δεῖ ὅμως κανέναν μέχρι τώρα νὰ μὲ ρωτήσει, κατέκρινα μπορῶ νὰ κοινωνήσω;

Ἀδελφοὶ ρώτησαν τὸν ἀββᾶ Παῦλο, ἂν μετὰ ἀπὸ προσευχὴ δὲν πάρουν τὴν σωστὴ ἀπόφαση σὲ ἕνα δίλημμά τους, βοηθάει ὁ Θεός; Καὶ εἶπε ὁ ἀββᾶς ὅτι ἕνας μοναχὸς ἔλεγε τὴν εὐχὴ (λανθασμένα) ὡς ἐξῆς «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὲ μὴ μὲ ἐλεήσεις!», καὶ ἐρχόμενος πρὸς αὐτὸν κάποιος Δεσπότης τὸν διόρθωσε. Φεύγοντας ὁ Δεσπότης καὶ μπαίνοντας στὸ καράβι ὁ μοναχὸς ξέχασε νὰ λέει τὴν εὐχὴ σωστὰ ὅπως τοῦ εἶπε ὁ Δεσπότης. Καὶ ἔτρεξε νὰ βρεῖ τὸν Δεσπότη, καὶ ἄρχισε νὰ περπατάει στὴν θάλασσα γιὰ νὰ τὸν φτάσει καὶ νὰ τοῦ λέει ὅτι ξέχασε νὰ τὴν λέει ὅπως τοῦ εἶπε. Καὶ ὁ Δεσπότης τοῦ ἀπάντησε ἀπὸ τὸ καράβι «λέγε την εὐλογημένε ὅπως ξέρεις». Δηλαδὴ ὁ μοναχὸς λανθασμένως ἔλεγε τὴν εὐχὴ ἀλλὰ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ἦταν πλούσια ἐπάνω του!

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Παῦλος: «ἄσε τὸν Θεὸ νὰ μπεῖ στὴν καρδιά σου καὶ Αὐτός ξέρει».

Εἶπαν ἀδελφοὶ στὸν ἀββᾶ Παῦλο: «ἀββᾶ εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ὀδηγηθεῖ κανεὶς στὸν φανατισμό». ναι, ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς χρειάζεται μεγάλη διάκριση γιὰ νὰ ἀκολουθήσει κανεὶς τὴν μέση ὁδό.

Ρωτήσανε ἀδελφοὶ τὸν ἀββᾶ Παῦλο περὶ τῆς ἐσχατολογίας, καὶ ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς: οἱ Πατέρες δὲν μᾶς παρέδωσαν νὰ ἔχουμε μνήμη ἐσχάτων, ἀλλὰ μνήμη θανάτου.

Ἀββᾶς Μᾶρκος (Μ)

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος σὲ ἕναν ἀδελφὸ ποὺ τυρρανούνταν ἀπὸ τὸν μέγιστο πειρασμό: Νηστεία, προσευχὴ καὶ νὰ μὴν μένεις ἀργός.

Εἶπε πάλι ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος γιὰ τὸν μέγιστο πειρασμό: τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.

Ἀββᾶς Νεκτάριος (Μ)

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος γιὰ τὸν μέγιστο πειρασμό: «ἔβαλες βία;»

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος σὲ ἀδελφὸ πειραζόμενο διαρκῶς ἀπὸ τὸν μέγιστο πειρασμό: ἐδόθη μοι σκόλωψ τῇ σαρκί ἵνα μὴ ὑπεραίρομαι.

Σὲ ἄλλον ἀδελφὸ ποὺ τοῦ εἶπε γιὰ τὸν μεγάλο πόνο ποὺ εἴχε στὰ χέρια ἀπὸ τὴν χειρωνακτικὴ ἐργασία, τοῦ εἶπε: ἐδόθη μοι σκόλωψ τῇ σαρκί ἵνα μὴ ὑπεραίρομαι.

Πῆγε ἀδελφὸς στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο καὶ τοῦ εἶπε: φοβᾶμαι ὅτι δὲν ἔχω φόβο Θεοῦ. Καὶ τοῦ ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς: Μὴν τὸ λὲς αὐτὸ ἀκούει ὁ διάβολος. Ἐμεῖς ὅσο μποροῦμε νὰ ἀγωνιζόμαστε.

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος: «πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».

Πάλι εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος: νὰ ἀποφεύγεις τὶς αἰτίες (τῆς ἁμαρτίας).

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος σὲ ἕναν ἀδελφὸ ποὺ δοκιμαζόταν ἀπὸ μεγάλο πειρασμό: «πρόσεξε διότι ὁ διάβολος εἶναι παμπόνηρος». 

Πῆγε ἀδελφὸς στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο, σκοτισμένος ἀπὸ ἔννοιες καὶ λογισμοὺς καὶ τοῦ εἶπε ὁ ἀββᾶς: τοῦ πονηροῦ εἶναι αὐτά. ἐμεῖς τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ νὰ ἔχουμε.

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Νεκτάριος σὲ ἕναν ἀδελφό: νὰ μὴν σὲ ἐκμεταλλεύονται. Πάλιν εἶπε: νὰ κάνεις ὅτι σὲ συμφέρει.

Ἀδελφὸς πῆγε στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο καὶ τοῦ εἶπε, τὶ νὰ κάνω ἀββᾶ ὅταν μοῦ ἔρχονται ἐνθυμήσεις παλαιῶν ἁμαρτιῶν; Νὰ λὲς «ἥμαρτον».

Ἀδελφὸς διαμαρτυρήθηκε στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο ὅτι ὁ πονηρὸς τοῦ φέρνει ἀπελπισία καὶ ἀπόγνωση. Μακρυὰ ἀπὸ αὐτά, εἶπε ὁ ἀββᾶς, ἐπίρριψον ἐπὶ Κύριον τὴν μέριμνάν σου.

Πῆγε ἕνας ἀδελφὸς στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο καὶ τοῦ εἶπε ὅτι 4 ἡμέρες τώρα δὲν εἶχε σαρκικὸ πόλεμο. Καὶ ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς: ἔ, σ' ἀφήνει νὰ ξεκουραστεῖς καὶ λίγο. ἀργότερα θὰ σοῦ κάνει μεγάλο πόλεμο.

Ἀδελφὸς πῆγε στὸν ἀββᾶ Νεκτάριο καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ὁ πονηρὸς τοῦ φέρνει κατάσταση φρίκης. Καὶ εἶπε ὁ ἀββᾶς: πρόσεχε, εἶναι παμπόνηρος.

Πῆγανε ἀδελφοὶ στὸν ἀββᾶ καὶ τοῦ εἴπανε ὅτι τοὺς σφυροκοπάει ὁ διάβολος μὲ ἀπελπισία καὶ λογισμούς, καὶ ἀπάντησε: τώρα διάβαζα μὴ δίδοτε τόπῳ τῷ διαβόλῳ. Μὴ φοβᾶστε δὲν θὰ σᾶς κάνει τίποτα ὁ διάβολος.

Ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ τὶ νὰ κάνει ὅταν τὸν πειράζει φοβερὸς πειρασμός. Νὰ κάνεις τὸν σταυρό σου, τοῦ ἀπάντησε.

Πάλι ἀδελφὸς διαμαρτυρήθηκε στὸν ἀββᾶ ὅτι ἔχει μεγάλο σαρκικὸ πόλεμο. Καὶ ἀπάντησε ὁ ἀββᾶς: πρόσεχε μὴ τὸ βάζεις κάτω· μὴν ἀπελπίζεσαι.

Ἀββᾶς Κωνσταντῖνος (Δ)

Εἶπε ὁ ἀββᾶς Κωνσταντῖνος σὲ ἀδελφὸ πειραζόμενο ἀπὸ τὴν πορνεία: μὴν γυρίζεις γύρω-γύρω σὰν τὶς πεταλοῦδες ποὺ γυρίζουν γύρω-γύρω ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τελικὰ καίγονται. Σὲ πειράζει κάτι, φῦγε μακρυά!