Τα Οφφίκια του Οικουμενικού θρόνου

Περί της ιστορίας της εκκλησιαστικής μουσικής.
Απάντηση
Άβαταρ μέλους
Γιάννης
Τακτικός
Δημοσιεύσεις: 15
Εγγραφή: 22 Φεβ 2008, 18:49

Τα Οφφίκια του Οικουμενικού θρόνου

Δημοσίευση από Γιάννης » 07 Ιουν 2008, 07:42

από το http://www.ec-patr.org/gr/offik/Offikia.htm

Εικόνα

Συνοπτική εξιστόριση του θεσμού

των αξιωμάτων της Μ. Εκκλησίας



του Αριστείδη Πανώτη

μ. ιερομνήμονος του Οικουμενικού Θρόνου



Στην πορεία του ανθρώπου προς τον πολιτισμό, κάθε θρησκευτικός και πολιτειακός θεσμός τακτοποιεί τα του οίκου του, κατά τα ίδιά του ιδεώδη και κατά τον βαθμόν επιγνώσεως της αποστολής του, για να λειτουργήσει εύρυθμα και αποτελεσματικά.

Τόσον το αρχαίο πολυθεϊστικό θρήσκευμα, όσο και η τότε πολιτειακή τάξη, σε όλες τις μορφές εκφάνσεώς τους, αναθέτουν τις ευθύνες ασκήσεως ειδικών καθηκόντων σε καθορισμένα αξιώματα. Με αυτά τα αξιώματα τιμώνται έμπειρα πρόσωπα του κάθε τομέα, που λειτουργούν είτε στις ιεροτελεστίες του θρησκεύματος, είτε στη διοίκηση της Πολιτείας και εκτέλεση της εξουσίας της, τα μεν για την ομαλή διεξαγωγή της λατρείας, τα δε για την προστασία του δημοσίου βίου και της ελευθερίας των πολιτών.

Από την αποστολική εποχή και η Εκκλησία καθιστά μέλη της φορείς ειδικών διακονιών, πέραν από τους φορείς της ειδικής ιερωσύνης της, του ανωτέρου κλήρου της: των διακόνων, των πρεσβυτέρων και των επισκόπων. Ο Απόστολος Παύλος μαρτυρεί στις επιστολές του την ύπαρξη στοιχειώδους οργανώσεως κάθε τοπικής Εκκλησίας για τη διάδοση του ευαγγελίου( Α' Κορ.ιδ΄, 14-40 κ.ά.). Αναθέτει σε συνεργάτες του, που είχαν ειδικά χαρίσματα, διακονίες για την κατά τάξη, ρύθμιση της ζωής της κοινωνίας των πιστών. Αυτό δεν ανέτρεψε το πνεύμα αδελφότητας και ισότητος μέσα στο πλήρωμα της Εκκλησίας, αλλά διευκόλυνε την δυναμική δράση του λαϊκού στοιχείου, προς διεύρυνση του ευαγγελισμού στη χριστιανική πίστη. Οι χαρισματικές διακονίες, με την παρέλευση των χρόνων περιορίζονται, ενώ αναπτύσσονται οι διακονίες που απορρέουν από τις λειτουργικές ανάγκες της Εκκλησίας.

Με την καθιέρωση της ανεξιθρησκείας το 313, πλήθη πιστών προσέρχονται στην Εκκλησία. Οι ανάγκες επιστασίας αυτών των συνάξεων και των έργων ιεραποστολής πολλαπλασιάζονται. Στις πόλεις ιδρύονται μεγάλες βασιλικές και στις επισκοπές σεκρετα (γραφεία), που κληρικοί και λαϊκοί προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Οι κληρικοί, προκάθονται στο ιερό βήμα στις συνάξεις κατά την τάξη των αξιωμάτων τους. Ο επίσκοπος αναθέτει, δημόσια με χειροθεσία, και σε λαϊκούς, τιμητικά αξιώματα, για την καθοδήγηση της ψαλμωδίας και την ευταξία στους ναούς και για τα ποικίλα ιεραποστολικά και φιλανθρωπικά έργα της επαρχίας του. Κάθε αξίωμα αποσαφηνίζει τη διακονία εκείνου που το φέρει.

Ο κοπιάτης είναι για τις ταφές, ο νεωκόρος για την καθαριότητα και φύλαξη του ναού. Και οι δύο διακονίες είναι εκ παλαιού στην Εκκλησία. Ο οστιάριος ήταν ο θυρωρός και ο επί της τάξεως της συνάξεως, ο πορτάρης της εποχής μας. Ο σιλεντιάριος ήταν ο τελετάρχης, ο εκκλησιαστικός ή εκκλησιάρχης των νεωτέρων χρόνων, κ.ο.κ. Παράλληλα με τους τιτλούχους του ναού αναπτύσσονται και οι διακονίες κληρικών περί τον τοπικό επίσκοπο. Είναι το κληρικάτο, με τα αξιώματα: του συγκέλλου, του οικονόμου, του σακελλαρίου, του σακελλίου, του σκευοφύλακα κ.τ.λ. Για τους λαϊκούς, ο κατάλογος των αξιωμάτων ήταν ευρύτερος. Οι διακονίες τους, αν και εκκλησιαστικές, αντλούσαν περιεχόμενον έργου και από τα παρόμοια πολιτειακά αξιώματα. Γι’ αυτό δεν είναι σπάνιο ένα αξίωμα-οφφίκιο να έχει μεικτό χαρακτήρα, εκκλησιαστικό και πολιτικό. Ίσως, διότι κληρονομήθηκε από την αρχαιότητα με σύμφυτη χρήση ή επειδή χρησιμοποιείτο παράλληλα και από την τότε κοσμική Πολιτεία, όπως π.χ. του χαρτοφύλακα. Πάντως είναι γνωστό, πως η αυτοκρατορική τάξη ασκεί επίδραση στο περιεχόμενο, στη διάρθρωση και στην αριθμητική αύξηση των εκκλησιαστικών οφφικίων- αξιωμάτων.

Από τον Θ΄ όμως αιώνα πληθύνονται οι άρχοντες της Εκκλησίας και διαχωρίζονται στους εν ενεργεία, δηλαδή σε αυτούς που δυνάμει του οφφικίου τους ασκούν πραγματική εξουσία, από εκείνους που φέρουν το οφφίκιο τιμής ένεκα. Οι Δεσποτικοί οφφικίαλοι ή οφφικιάλιοι, στους οποίους ενεργοποιούνται οι αρμοδιότητες, συμμετέχουν ακόμη και στην Ενδημούσα Σύνοδο από τον Ι΄ αιώνα. Όμως αυτοί διορίζονται με επίσημη διοικητική ή εκκλησιαστική πράξη και υπηρετούν κυρίως σε επιτελική θέση, εντός της πατριαρχικής αυλής (εσωκατάκοιλοι) ή στο σεκρέτον (γραφείο) του τοπικού επισκόπου. Οι τιτουλάριοι οφφικίαλοι είναι κυρίως εξωκατάκοιλοι άρχοντες και τιμώνται με το ευεργετήριον γράμμα (πιττάκιον). Παρίστανται τιμητικά και κατά την ιεραρχία τους, στις πατριαρχικές ή αρχιερατικές χοροστασίες και κατ’ εντολήν της Εκκλησίας αναλαμβάνουν διάφορες έκτακτες αποστολές, ως έμπιστοι και δοκιμασμένοι απεσταλμένοι της. Η τιμητική πρόβληση και εκλογή του εκκλησιαστικού οφφικιάλου ή άρχοντος, καθιερώνεται από παλαιά με ακολουθία σε ναό ή σε παρεκκλήσιο. Αυτή περιλαμβάνει, ύμνους, δέηση, ειδική ευχή και την ευλογία του προκαθημένου ή του εκπροσώπου του. Σήμερα η τελετή περατώνεται με προσφώνηση και αντιφώνηση, και την ανάγνωση του πιττακίου. Κατά επίσης παλαιόν έθος της Μεγάλης Εκκλησίας, όταν ο οφφικίαλος εκκλησιάζεται σε αρχιερατική Θεία Λειτουργία, ο αρχιερέας τον μνημονεύει στην Μ. Είσοδο, οι δε ιερείς μόνον στην αγία Πρόθεση κατά τις απλές Θ. Λειτουργίες, προσφέροντες κατά το Άξιόν εστιν το ύψωμα.

Η σειρά των οφφικίων, δεν ήταν καθορισμένη αυστηρά από την αρχή. Είναι γνωστή η ασυμφωνία των κωδίκων στην καταγραφή τους. Φαίνεται, πως η αυξομείωση της θέσεως ενός οφφικίου, μέσα στις εννέα πεντάδες του δεξιού ή του ευωνύμου χορού, οφειλόταν στη βούληση του αυτοκράτορα ή του πατριάρχη, για την αναγκαιότητα και την χρησιμότητα του αξιώματος. Επίσης και η έξαρση της τιμής ενός οφφικίου, με την πρόταξη του επιθέτου μέγας, ήταν εντελώς

περιορισμένη και δεν συνδεόταν απ’ αρχής με πολλά των σημερινών μεγάλων οφφικίων. Τον τίτλο του μεγάλου έφερε στο κάθε όφφίκιο ο ένας, ο πλέον εργαζόμενος στην Εκκλησία και για την Εκκλησία και όχι ο οποιοσδήποτε τιτλούχος του αξιώματος. Για να τιμηθούν οι λοιποί που συντρέχουν ηθικά ή οικονομικά τα έργα της Εκκλησίας, υπήρχαν οι τιμές του μεγάλου ευεργέτη ή του ευεργέτη και του δωρητή ή η τιμή της σταυροφορίας ή ακόμη και η απονομή οφφικίου, που είχε σχέση με την προσωπική συμβολή του σε κάποιο τομέα, όπως στη διατροφή των ορφανών π.χ. του ορφανοτρόφου. Είναι μάλιστα γνωστό, πως κατά την παγία εκκλησιαστική πράξη, κανένα από τα παλαίφατα πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής, δεν είχε το δικαίωμα να ονομάσει μεγάλα τα οφφίκια, που απένειμε στους συνεργάτες του.

Η χρήση του μέγας, ήταν προνόμοιο μόνο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Μέγας άρχιδιάκονος υπάρχει για όλη την Ορθοδοξία μόνον στο Φανάρι. Μετά το 1453, η Εκκλησία μόνη αναλαμβάνει την εκπροσώπηση και προστασία των ορθοδόξων χριστιανών, απέναντι στην αλλόθρησκη εξουσία. Πετυχαίνει την συμφωνια των προνομίων και υπερασπίζεται τους ορθοδόξους με σθένος και ευφυΐα. Μάχεται για τη σωτηρία του πληρώματος της από τον εξισλαμισμό και την αφομοίωση. Λειτουργεί ως κράτος εν κράτει. Για να αντεπεξέλθει στον αγώνα της, χρησιμοποιεί επιλεκτικότερα τον θεσμό των οφφικιάλων της. Ανυψώνει το αξίωμα του λογοθέτη στην κορυφή των οφφικίων του λαϊκάτου. Ό λογοθέτης, ως υπουργός ασκεί καθήκοντα καγγελαρίου και είναι ο σύνδεσμος μεταξύ του πατριάρχη και του σουλτάνου, αλλά και ο εκπρόσωπος του λαϊκού στοιχείου στον ιερό θεσμό της Εκκλησίας των τον Χριστού πενήτων. Πολλά των παλαιών οφφικίων αναβαθμίζονται και άλλα πάλι οφφίκια πέφτουν σε πλήρη αχρηστία.

Τελικά, διαχωρίζονται σαφέστερα τα οφφίκια των κληρικών, από εκείνα των λαϊκών. Οι αρχιερείς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με επικεφαλής τον εκάστοτε πατριάρχη τους, και οι κληρικοί και λαϊκοί οφφικίαλοι της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ήταν στην πραγματικότητα η κυβέρνηση της Ρωμιοσύνης. Αυτή και διέσωσε το Γένος των ορθοδόξων από την αναγκαστική αφομοίωση, παρά τους ενδογενείς κυρίως φατριασμούς διαφόρων παραγόντων, που οδήγησαν στις γνωστές οδυνηρές αλλά και επιζήμιες αλλαξοπατριαρχίες, που εκμεταλλεύθηκε η αλλόθρησκη εξουσία.

Ο ύπατος αυτός ιερός θεσμός της Εκκλησίας, θεωρούμενη ως η ευσεβής πηγή του Γένους, με πολλή φειδώ απένειμε πάντοτε τα οφφίκια, σε προσωπικότητες εγνωσμένης αξίας και ευλάβειας. Κατ’ αρχήν τιμούσε με αξιώματα τους κληρικούς και τους λαϊκούς, που έντιμα και για χρόνια εργάζονταν μέσα στο ιερό κέντρο του Φαναριού. Στη συνέχεια, ο κύκλος των τιμωμένων ευρυνόταν και στις επαρχίες του κλίματος. Όμως τα απονεμόμενα τότε οφφίκια, δεν ήσαν υψηλόβαθμα και τα μεγάλα. Ήσαν στη δεύτερη και τρίτη πεντάδα ή και δάνεια από το πολιτειακό αρχοντολόϊ, π.χ. δικαιοφύλαξ, νομοφύλαξ, μαΐστωρ, ακτουάριος, διερμηνεύς κ.ο.κ. Με αξίωμα ακόμη ετιμάτο και ομόδοξος χριστιανός, που ορθοτομούσε τον λόγο της αληθείας και σεβόταν την κανονική τάξη καί την Ιστορία της Μητρός Εκκλησίας. Σ’ αυτούς ο πατριάρχης απένειμε το οφφίκιο, μετά από γράμμα προς την εκκλησιαστική αρχή του τόπου τους. Σπάνια τιμήθηκαν ετερόδοξοι φιλορθόδοξοι ειδικοί επιστήμονες.

Δυστυχώς, μετά τις πολιτικές μεταβολές του πρώτου τετάρτου του Κ΄ αιώνα μέσα στα Βαλκάνια και στην Οθωμανική αυτοκρατορία, το πλήρωμα της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως στην Μικρά Ασία και στη Θράκη μετακινήθηκε, με την ανταλλαγή και με τα διοικητικά μέτρα των νεοτούρκων, προς τα ελεύθερα ελληνικά εδάφη, προς την Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία. Όμως αποδεκατίσθηκε και το άμεσο ποίμνιο της αρχιεπισκοπής καί των επαρχιών του Θρόνου, που παρέμεινε μέσα στα όρια του τουρκικού κράτους, ιδίως μετά τους διωγμούς του 1942, 1955, 1963 και εξής. Ο μακαριστός πατριάρχης Αθηναγόρας, για να αναπληρώσει τις απώλειες των Ομογενών συνεργατών της Εκκλησίας, τους οποίους κυρίως τιμούσαν με οφφίκια οι προ αυτού πατριάρχες, αναζήτησε συμπαραστάτες σε όλους τους τόπους καταφυγής των τέκνων της Μητρός Εκκλησίας. Γι’ αυτό και κατά την πατριαρχία του (1948 -1972), αύξησε υπερβολικά τις απονομές των οφφικίων και τίμησε χάρη της ισότητος και γυναικείες προσωπικότητες, με τον τίτλο της αρχοντίσσης, όμως χωρίς συγκεκριμένο οφφίκιο. Τότε έγινε και πάλι μια κράση εκκλησιαστικών και πολιτικών οφφικίων και καταργήθηκαν κάποιοι τίτλοι μεσαιωνικής προελεύσεως, που σήμερα είναι δυσνόητοι, όπως επί των γονάτων, ο βουτιστής, ο πρόξιμος, ο περιοδευτής, κ.ά., ενώ πολλά αλλά απλά οφφίκια, ανυψώθηκαν στην τάξη των μεγάλων. Από το 1963 ο πατριάρχης Αθηναγόρας απένειμε σε πολλούς άρχοντες και τον Σταυρό της χιλιετίας του Αγίου Όρους, ως φυλακτήριο του αξιώματος τους. Το πατριαρχείο, για λόγους φρονήσεως απέναντι στην Άγκυρα, δεν θέλησε να έχει ούτε σημαία, ούτε διάσημα. Χρησιμοποίησε μόνον ως σύμβολο την πατριαρχική σφραγίδα. Τιμούσε όμως τους διαπρεπείς επισκέπτες του, βασιλείς, προέδρους, πρωθυπουργούς κ.τ.λ., με την ευλογία χρυσού σταυρού, με το σταυροειδές χάραγμα των δύο λέξεων: ΦΩΣ - ΖΩΗ, την ημερομηνία της απονομής και το όνομα του πατριάρχη που τον απένειμε. Με παρόμοιο σταυρό τίμησε ο πατριάρχης Φώτιος Β' τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1930.

Η κυκλοφορία του Σταυρού της χιλιετίας, ενόχλησε την Άγκυρα και έτσι ματαιώθηκε και η απονομή του Σταυρού του Αγίου Ανδρέου, αν και είχε κατασκευασθεί. Τότε ο πατριάρχης Αθηναγόρας αντέδρασε με την απονομή περισσοτέρων εκκλησιαστικών οφφικίων, κυρίως σε αμερικανούς υπηκόους, για τους οποίους η Άγκυρα δεν μπορούσε να δημιουργήσει ζητήματα στο Φανάρι. Όταν αυξήθηκαν οι οφφικίαλοι στις Η.Π.Α, θέλησαν οι τιμηθέντες να συγκροτήσουν Αδελφότητα, σύμφωνα με την εκεί νοοτροπία. Αυτό όμως το απέκλεισε ο πατριάρχης, για να μην προκληθεί και πάλι η καχυποψία της Άγκυρας, που φοβόταν κάθε ρωμαίϊκη συσπείρωση, ιδίως στην Αμερική. Την άποψη αυτή αρχικά διατήρησε και ο πατριάρχης Δημήτριος (1972 - 1991). Στην πατριαρχία του όμως πραγματοποιήθηκε η ανοικοδόμηση του πατριαρχικού οίκου το 1989, με παρέμβαση του ισχυρού αμερικανικού παράγοντα και τη σπουδαία χορηγία του Παναγιώτη Αγγελόπουλου και της οικογενείας του, που αναδείχθηκε στο οφφίκιο του μεγάλου λογοθέτη καί του μεγάλου ευεργέτη των πατριαρχείων. Στις αρχές του Κ' αιώνα ανακηρύχθηκαν μεγάλοι ευεργέτες ο Ευγένιος Ευγενίδης και ο Παύλος Στεφάνοβικ. Ο πρώτος, έγινε κτίτορας του επάνω ορόφου και της ενιαίας εξωτερικής διαμορφώσεως του πέτρινου κτιρίου του πατριαρχείου και ο δεύτερος, ιδρυτής του κτιρίου της Θεολογικής Σχολής στην Χάλκη.

Επί πατριαρχίας Δημητρίου, ο Αμερικής Ιάκωβος στην προσπάθεια να συναγάγει τα επίλεκτα μέλη της Εκκλησίας πλησίον της αρχιεπισκοπής του, συγκέντρωσε όλους του εκεί οφφικίαλους της στην Αδελφότητα του Αγίου Ανδρέου, η όποια ως σώμα στήριξε το έργο της Μητρός Εκκλησίας. Η άνοδος το 1991 στον Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως του πατριάρχη Βαρθολομαίου, διαμόρφωσε νέες συνθήκες για τη δραστηριοποίηση του λαϊκού στοιχείου, κατά την παλαιά ορθόδοξη παράδοση των πατριαρχείων. Μεταξύ των πρώτων εκκλησιαστικών πράξεων του νέου πατριάρχη ήταν, η ίδρυση της Αδελφότητας των οφφικιάλων της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, Παναγία η Παμμακάριστος, με πατριαρχική και συνοδική απόφαση της 19ης Νοεμβρίου του 1991. Στις 22 Φεβρουαρίου 1992 εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας της και ο διορισμός του πρώτου διοικητικού συμβουλίου. Ως σκοποί της νέας Αδελφότητας τέθηκαν: η πνευματική ενότητα των οφφικιάλων της Ευρώπης και της Ελλάδος μεταξύ τους και ο σύνδεσμος τους προς τον Θρόνο, καθώς και η πολιτιστική δραστηριότητα και συνεργασία τους· όπως επίσης και η εκδοτική, συγγραφική και κοινωνική προσφορά τους, η ετήσια σύναξη τους στο Φανάρι την Κυριακή της Σαμαρείτιδος, μνήμη των Αγίων Πατριαρχών της Κωνσταντινουπόλεως· και η οικονομική ενίσχυση των διαφόρων έργων του πατριαρχείου κ.ά.

Η διοίκηση της Αδελφότητας είναι εννεαμελής και διορίζεται με πατριαρχική και συνοδική απόφαση κάθε τρία χρόνια και εδρεύει στην Αθήνα, κέντρο του μείζονος Ελληνισμού. Από αυτή την Αδελφότητα εξαιρούνται οι οφφικίαλοι της Αμερικής, που ανήκουν στην εκεί Αδελφότητα του Αγίου Ανδρέου. Η Αδελφότητα της Παμμακάριστου, έχει τεθεί υπό την προστασία της περίπυστης και σεβάσμιας ψηφιδωτής εικόνας του ΙΑ΄αιώνα, που είναι αποθησαυρισμένη στο δεξιό κλίτος του πάνσεπτου πατριαρχικού ναού του Φαναρίου, της γνωστής ως Σώτειρας του Γένους της Ρωμιοσύνης. Στην σύγχρονη διάρθρωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μάλιστα αναφέρεται ως ο τρίτος εν τω εξωτερικώ πατριαρχικός οργανισμός,

Πρώτος πρόεδρος της Αδελφότητας για το 1992 - 1995, διορίσθηκε ο Αθανάσιος Γκέρτσος, άρχων ακτουάριος. Δεύτερος πρόεδρος για το 1995 - 1998, υπήρξε ο Νικόλαος Χατζηπατέρας, αρχών πριμηκύριος και τρίτος πρόεδρος από το 1998 - 2001 και από το 2001 έως το 2004 είναι ο Ιωάννης Παπαμιχαλάκης, άρχων μέγας υπομνηματογράφος. Κατά την δεκαετία 1992 - 2002 διατελεί ως γενικός γραμματέας ο Αθανάσιος Αρβανίτης, αρχών μέγας δικαιοφύλαξ. Η Αδελφότητα κατά τη περίοδο 1992 - 1998 προσπάθησε να συγκεντρώσει τους οφφικιάλους και να στρέψει το ενδιαφέρον τους στην αναστήλωση και επισκευή ιστορικών ναών της μείζονος περιοχής της Κωνσταντινουπόλεως και των επαρχιών που έπαυσαν να έχουν ίδιους πόρους.

Κατά την τριετία 1998 - 2001 η Αδελφότητα επέδειξε μεγάλη δραστηριότητα: εξέδωσε το περιοδικό Παμμακάριστος και εισηγήθηκε και φιλοτέχνησε τον Σταυρό της Παμμακαρίστου και επιμελήθηκε την επανέκδοση του Σταυρού της χιλιετίας του Αγίου Όρους. Πρωτοστάτησε στην κατασκευή αργυρών εικόνων και πλήθους αναμνηστικών, ως ευλογιών του Πατριαρχείου προς διαπρεπείς επισκέπτες του. Συνέχισε την προσπάθεια ανευρέσεως χορηγών για την ανακαίνιση ιστορικών ναών και για την αδελφοποίηση ενοριών, εντεύθεν και εκείθεν των ελληνικών συνόρων και της Τουρκίας. Μεσολάβησε σοβαρά στην ανάπτυξη των σχέσεων του Θρόνου με διαφόρους οικονομικούς φορείς για την στήριξη της Μητρός Εκκλησίας. Ενίσχυσε την έκδοση διαφόρων αναμνηστικών τόμων των περιοδειών του πατριάρχη Βαρθολομαίου και οργάνωσε με επιτυχία το ετήσιο προσκυνηματικό ταξίδι στο Φανάρι, αλλά και πλήθος άλλων εκδηλώσεων στην Πόλη, για την ενίσχυση του φρονήματος της Ομογενείας, και την επιβράβευση των σχολείων της. Οργάνωσε στην Αθήνα, προς τιμή των οφφικιάλων ετήσια φιλοξενία από τον Παναγιώτη Τσάκο, άρχοντα έξαρχο. Τέλος, επεδόθηκαν διάφορα σημαντικά ποσά από τις συνδρομές μελών της στην Α. Θ. Παναγιότητα, για τις πολλές ανάγκες της Εκκλησίας, στερούμενης πλέον εσόδων εκ του ποιμνίου της, το μέγιστο μέρος του οποίου εγκαταστάθηκε και συγχωνεύτηκε στις ιερές Μητροπόλεις της ελευθέρας Ελλάδος. Η επιτυχημένη αυτή διακονία της Αδελφότητας, επιβραβεύθηκε από την Μητέρα Εκκλησία, με τον επαναδιορισμό του προεδρίου της, για το 2001 - 2004.





Η σύγχρονη εξέλιξη των οφφικίων



Η παλαιά ιστορική τάξη των οφφικίων έχει κρατηθεί μάλλον για τα αξιώματα του πρεσβυτερίου της Εκκλησίας. Την τελευταία πεντηκονταετία η τάξη των οφφικίων των λαϊκών έχει διαφοροποιηθεί. Απονέμονται οφφίκια μεγάλα και απλά. Επικεφαλής των οφφικίων είναι το του άρχοντος μεγάλου λογοθέτου. Ακολουθούν τα μεγάλα οφφίκια: του χαρτοφύλακος, του πρωτονοταρίου, του ρήτορος, του ρεφερενδαρίου, του υπομνηματογράφου, του πρωτέκδικου, του ιερομνήμονος, του χαρτουλαρίον, του δικαιοφύλακος, του νομοφύλακος, του ακτουαρίου, του δεπουτάτου. Για τους τιμωμένους ανθρώπους των γραμμάτων υιοθετήθηκαν, αντί των παλαιοτέρων οφφικίων του διδασκάλου του αποστόλου ή του ψαλτήρος, μάλιστα για τους θεολόγους, τα οφφίκια του διδασκάλου του Ευαγγελίου ή της Εκκλησίας ή του κατηχητή. Για τους εκπαιδευτικούς: το του διδασκάλου του Γένους και για τους λοιπούς διανοουμένους, του διδασκάλου των γραμμάτων. Στον χώρο της λειτουργικής μουσικής απονέμονται τα οφφίκια: του πρώτου δομέστιχου, που είναι και το αρχαιότερο, του πρωτοψάλτη, του λαμπαδαρίου, του πρωτοκανονάρχη,, του πριμικηρίου, του υμνογράφου, του μουσικοδιδάσκαλου, του χοράρχη. Επίσης απονέμονται και τα άπλα τιμητικά οφφίκια εκκλησιαστικής, πολιτικής και στρατιωτικής προελεύσεως, όπως: του εξάρχου, του πρωτομαΐστορος, του κανστρινσίου, του μυρεψού, του νοταρίου, του ασικρίτη, του οστιαρίου, του διερμηνέως, του ακτουαρίου, του λαοσυνάκτη, του προστάτου των γραμμάτων ή των σχολείων, του αγιογράφου, του υπομιμνήσκοντος, του σκευοφύλαπος, του ακολούθου.

Όλοι οι οφφικίαλοι είναι άρχοντες του Θρόνου και η ιδιότητα τους αυτή προτάσσεται του τίτλου τους. Όσοι είναι επιστήμονες και λόγιοι, προσφωνούμενοι καλούνται εντιμολογιώτατοι, ενώ οι λοιποί εντιμότατοι. Όσοι έχουν σχέση με την ψαλτική τέχνη, προσφωνούνται μουσικολογιώτατοι. Όσοι οφφικίαλοι έχουν ιερατική ή μοναχική ιδιότητα, υπερισχύει η καθιερωμένη για την τάξη τους εκκλησιαστική προσφώνηση.

Τα απονεμόμενα σήμερα υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου αρχοντίκια αποτελούν υψίστη τιμή για κληρικούς και λαϊκούς. Κάθε οφφίκιο συνοψίζει μια διακονία αιώνων, τιμημένη από μυριάδες ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, οι όποιοι πρόσφεραν στην Εκκλησία τη συμπαράσταση τους, για τη σωστική πορεία της μέσα στην Ιστορία. Εξ αυτού και η κατά καιρούς στρατευόμενη Εκκλησία μνημονεύει με ευγνωμοσύνη πάντοτε τους ζώντες και προαπελθόντες οφφικίαλους αυτής.





Βιβλιογραφία κατ’ επιλογή



Μ. Ευχολόγιον: Ερμηνεία των οφφικίων, έκδοση Σαλιβέρου, 1927, σ. 532-538.

Ράλλη Γ.- Ποτλή Μ., Σύνταγμα θείων και ιερών κανόνων, τομ.ε΄, σ. 534-538.

Ράλλη Κ., «Περί εκκλησιαστικών αξιωμάτων. Διάφορα», Θεολογία 34 (1963), σ. 645.

Μπούμης Π., Οι Εξωκατάκοιλοι ή Εξωκατάκηλοι άρχοντες, Αθήναι 1969.

Νταρρουζέ Ί., Έρευναι περί των οφφικίων(γαλλιστί), Παρίσι 1970.

Πηλίλης Ιακ. Τίτλοι, οφφίκια και αξιώματα της Εκκλησίας. Αθήναι.1985.

Σταυρίδης Β. «Τα εκκλησιαστικά οφφίκια ή αξιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου», Κληρονομία τ.21,1989 και τ.22,1990, ένθα πλούσια βιβλιογραφία.

Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, Τό Α΄- ΙΒ΄, Αθήναι 1962 –68, όπου και τα οικεία λήμματα περί των οφφικίων.


Α.Π.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Ιστορικά θέματα”